Εν συντομια (Χρονοθυελλα, 2012)

Αμάν αμανά τι δεινά Τα Πάθη μετά τ' Ωσανά Στο σύμπαν σας που 'ναι αχανές Ηχεί ο μικρός μου αμανές. Αμάν αμανά τι δουλειά Να σε ξεδιψά μια γουλιά Το βλέμμα της το απλανές Τα λόγια της σαν αμανές...

Τετάρτη, 3 Οκτωβρίου 2012

Άγγελοι-γάτες

Αργά τα πόδια σου σε πάνε
στης γειτονιάς το ουζερί.
Γαλόνια ούζο σε κερνάνε
όσοι σε σκότωσαν νεκροί.

Κι εκεί, στα πόδια της καρέκλας
μαζεύονται ένα σωρό
ψυχές, με όραμα σαρδέλας
που θα ’ναι μόνο ορεκτικό.

Βαρύ το σκύβεις το κεφάλι -
κουνούν με χάρη την ουρά.
Και μέσα στου πιοτού τη ζάλη
νομίζεις βγάλανε φτερά.

Τις βλέπεις ξάφνου να πετάνε
με ψαροκόκκαλα αγκαλιά.
Είναι οι φίλοι που γυρνάνε
με μίας γάτας τη θωριά.

«Να ο Γιωργής με το μουστάκι
και ο Πανάγος με την πείνα,
να και το νόστιμο Μαράκι
που όλο τηγάνιζε αθερίνα!»

Μόλις τελειώσουν το φαΐ τους
γλείφοντας πόδια και κοιλιά
κάνουνε την υγιεινή τους
στου φεγγαριού τη μοναξιά.

Μεμιάς γυρνούν να τις χαϊδέψεις
κλείνουν τα μάτια ηδονικά.
Τη ζεστασιά τους θες να κλέψεις -
από τη σόμπα πιο γλυκιά.

Κι αν σηκωθείς απ’ το τραπέζι,
τις χαιρετίσεις νευρικά,
- το μάτι ίσως τρεμοπαίζει -
θα τις κοιτάς, ένοχος πια.

Πάντα στη μέση ενός δρόμου
θα συναντάς μία, νεκρή.
Κι οι ρόδες κάθε τροχοφόρου
θα την ισιώνουν σα χαλί.

«Να ο τεμπέλης ο Θανάσης,
ξαπλώνει ακόμα όπου βρει.»
Έτσι θα πεις και θα περάσεις
πάλι από πάνω της κι εσύ.

Γοργά το αμάξι σου σε πάει
στο σπίτι σου το ερημικό.
Μοιάζει η μνήμη που βρομάει
μ’ έναν πνιγμένο ποντικό…