Εν συντομια (Χρονοθυελλα, 2012)

Μια μαντινάδα θα σου πω, και σ' όποιους θέλεις πες τη.../ το Όχι βγαίνει απ' την καρδιά, το Ναι από κώλο χέστη.

Πέμπτη, 22 Σεπτεμβρίου 2016

Ραμφίσματα του χρόνου

Τι θάρρος ουρανού
 Στο τραπεζάκι σ' έφερε σπουργίτι
Τι γείωση Θεού
Σε ηλεκτροφόρα βλέμματα

Εμπιστοσύνη
Τα πεινασμένα μάτια σου
Μας τάισαν
Απ’ το μπισκότο του καφέ
Ως το κρυφό κλαδί σου
Πόσης αγάπης δρόμος

Το τικ απ’ το φτερούγισμα
Το τακ απ’ την καρδιά μας
Ραμφίσματα του χρόνου...

Παρασκευή, 10 Απριλίου 2015

η παραφορά του Ερωταφίου

Α΄ 

 Άνθη στον Επιτάφιο γυναίκες απ’ τον κάμπο 
φέραν και σκύψαν πάνω Σου-Χριστέ, σιμά Σου θα ’μπω!

ΠΕΖΟ 

Όλες οι μέρες κάθισαν απαρηγόρητες πάνω απ’ το κεφάλι της Μεγάλης Παρασκευής. 
Μια μέρα που μεγεθύνει τις απώλειες μέσα σου. 

Απ’ το πρωί οι καμπάνες σκορπούνε δάκρυα κι αναμνήσεις περασμένων Επιταφίων. Ο ήλιος χαϊδεύει ηδονικά τους τρούλους των εκκλησιών · αναρριγούν οι σταυροί επάνω τους. 
Οι θεοί που κήδεψα στη ζωή μου θα με συντροφεύουν ως το θάνατό μου. Μαντεύω την ύπαρξή τους από το άρωμα της πασχαλιάς που σκορπούνε γύρω μου. 

Ραγισμένα τραγούδια στο ραδιόφωνο · μελωδικά ανασαίνει ο πόνος για να τον εκπνεύσει ο άνθρωπος. 
Μες στο φλιτζάνι πικραμένος ο καφές, νοσταλγεί τη χαμένη συντροφιά της ζάχαρης. Ούτε και σήμερα θα τους τα φτιάξω… 

Ανοίγω την πόρτα και καταπίνω ανόρεχτα το δρόμο προς την εκκλησία. Επάνω, δυο σύννεφα βουτηγμένα στο μπλε οινόπνευμα - βαμβάκι για τις πληγές μου. Και κάτω, ένα ζευγάρι να φιλιέται χωρίς συστολές, στη μέση του διαστελλόμενου θρήνου - πληγή για τα μάτια μου. 

Μες στο ναό, αμήχανος - σαν Θεός χωρίς πιστούς…,σαν άπιστος χωρίς κι ανθρώπους. 
Μπροστά μου, ο Ιησούς, κάτω από ένα ανοιξιάτικο σεντόνι · κανείς δεν το τραβάει, μήπως και δεν Τον δει. Μόνο μαζεύουν ροδοπέταλα, για να μυρίζει ο ύπνος τους υπόσχεση Ανάστασης. Μα εγώ, ο ιερόσυλος, προσπαθώ να μαντέψω ποια βιολέτα διαλέγοντας, θ’ αγγίξω τα δάχτυλά σου που την έκοψαν. 
Και σα να ’θελα να μπω σ’ ένα τούνελ του χρόνου που θα ’βγαζε σ’ εσένα, έσκυψα να περάσω κάτω απ’ τον Επιτάφιο.

 ΠΟΙΗΜΑ 

Στο μαλακό φως των κεριών
ρέουν τα πρόσωπα
παραπόταμοι που πάνε να ενωθούν
στ’ αργά νερά μιας λειωμένης Άνοιξης,
πολύχρωμη λάβα που με καταπίνει
καθώς απ’ τις κυλιόμενες σκάλες της μνήμης μου
αναδύεσαι όπως τότε, ελαφριά και αέρινη.
Φυσάει και γεμίζουν οι δρόμοι από εσένα.
Εύπλαστος πηλός που κολλάει στα χείλη μου
τ’ όνομά σου,
άσπλαχνη φλόγα που τρώει τα σπλάχνα μου
η μορφή σου,
τα μαλλιά σου μπερδεμένα λύνουν το αίνιγμα του κόσμου.
Όλα τα σπίτια βλέπουν προς τον ακάλυπτο
ώμο σου,
τα δάχτυλά σου απαλά ν’ ανεμίζουν σαν κρόσσια του ύπνου
στους κροτάφους μου
κι η εκκλησιά φωταγωγείται απ’ το αναστάσιμο φως
των ματιών σου.
Ω γλυκύ μου έαρ,
να μια φορά που το κερί σου θα σβήσει
απ’ το επιτάφιο δάκρυ μου,
να μια φορά που ο ήλιος ντροπιασμένος θα δύσει
γιατί δε θα φτάσει πιο ψηλά απ’ την ευτυχία μου…

Όμως στο κεφάλι μου ο ουρανός
κάποτε θ’ ακουμπήσει κατακόκκινο το ακάνθινο φεγγάρι του.
Κι ο κόσμος όλος θα φωνάξει:
«Ιδού ο βασιλεύς των ανιδέων!…»

ΕΓΚΩΜΙΟ

Η ζωή εν τάφω, έρωτά μου νεκρέ,
στο ανθισμένο σεντόνι της άνοιξης
το κορμί μαραμένο απόθεσες.

Η ζωή, πώς φεύγει; και κανέναν ποτέ
από κάτω δεν είδα ν’ ανέβηκε.
Των μνημάτων με τυφλώνει το λευκό;

Ω θνητέ, αντέχεις το Θεό να πενθείς
μα για σένα κανένας αθάνατος
δε θα κλάψει στον τάφο σα θα μπεις…

Βασιλιά της λύπης, Έρωτά μου, πετάς
απολιθωμένα τριαντάφυλλα
μες στου Άδη - για να σκίσεις- την κοιλιά.

Του μυαλού η τρέλα, του κορμιού ο σπασμός,
χορηγέ της πνοής μου, άπνους φαίνεσαι,
φιλημένος απ’ τα χείλη των νεκρών.

Οι νεκροί στο μνήμα, κι εσύ μες στους νεκρούς…
πιο βαθιά να σε θάψουν δε γίνεται.
Δυο καρδιές που ματώνουν την άβυσσο.

Πασχαλιές που ανθίζουν, μαραμένες ψυχές:
ποιες μοσχοβολούνε, λέτε, πιότερο;
Των ερώτων μας ο πόνος ιερός.

Τη ζωή ποιος θέλει, σαν ο πόθος δε ζει;
Ποιος και ποιον και πού θα ερωτεύεται;
Αφού όλοι ήδη είμαστε κανείς…

Ποιος, ζωή πια δίχως, ποιος, ανάσα χωρίς,
απ’ τα πλήθη των νεκρών που σε πίστεψαν
να σου δώσει το φιλί, αχ , της ζωής;…

Οι καρδιές πώς σπάγαν…για να σμίξουν μαζί,
κι απ’ τη γη αποσπώνταν να γίνουνε
δορυφόροι στο δακτύλιο του Παντός.

Ναι , νεκρή αγάπη, όχι τ’ Άδη οχυρό,
δεν μπορεί να με διώξει το σκότος σου
να μην κλάψω ό,τι χάρηκα στο φως…

Άνοιξη θα είναι που θ’ ανοίξει η γη
κι όσοι έως θανάτου αγάπησαν
θα ξανα-αγκαλιαστούνε ζωντανοί!

Β΄

 Κλείνεις μες στην παλάμη σου το τρέμουλο της φλόγας 
μα εγώ στο φόρεμα κοιτώ-το φέγγισμα της ρώγας. 

ΠΕΖΟ

Η νύχτα άρχισε ν’ απλώνει τα δίχτυα της στον κόσμο.
Μέσα της σπαρταρούνε ασημένιοι σταυροί, χρυσά άμφια και πήλινες ψυχές. 
Εδώ και ώρα στέκω στο σταυροδρόμι που ορίστηκε να συναντηθούν όλοι οι Επιτάφιοι της ζωής μου. Οι καμπάνες από μακριά εξακολουθούν να πενθούν υποκριτικά τη σιωπή που σκοτώνουν. 
Κάποιοι γέροι κρέμονται απ’ τα μπαλκόνια των σπιτιών τους για να δουν- τον εαυτό τους να γυρνά, παιδάκι, μ’ ένα κερί στο χέρι, στα καλντερίμια του χωριού τους. Μερικές γυναίκες μένουν παγωμένες ν’ ακούσουν- τις πνιχτές τους ανάσες τη νύχτα που τις επισκέφτηκε για πρώτη φορά ο δικός τους Νυμφίος. 

Ο Χρόνος, ανελέητος, μ’ ένα φανάρι και με βραχνή φωνή τριγυρνά στους δρόμους κι εξαναγκάζει τους εναπομείναντες περαστικούς να τον ακολουθήσουν ως την πομπή. Γύρω απ’ το λαιμό του, ένας κόκκινος κύκλος. Ακούω στις τσέπες του να κουδουνίζουν τ’ αργύρια. Τόσους αιώνες, δεν είχε πού να τα ξοδέψει… 

Από παντού ακούγεται ψαλμωδία. 
Οι ύμνοι ανακατεύονται μεταξύ τους, το έαρ με τους τάφους όλων των γενεών, το λιβάνι με το καυσαέριο της πόλης, τα κεριά με τ’ αστέρια, οι ιερείς με τον Ιούδα, κι οι Επιτάφιοι μ’ εσένα.Το πλήθος πλησιάζει αργά ώσπου το μαγεμένο δάσος των κεριών να με καταπιεί. Συντονίζομαι στο βηματισμό της κηδείας. 

ΠΟΙΗΜΑ

*
Πήρες βαριανασαίνοντας του Γολγοθά το δρόμο
κι είχες βαρύ ένα Σταυρό στον τρυφερό Σου ώμο.

Μες στις παλάμες τα καρφιά απ’ το σφυρί στραβώσαν
σαν να υποκλίθηκαν βαθιά σ’ Αυτόν που τα καρφώσαν.

Τρυπά η λόγχη τα πλευρά και χύνεται το αίμα
και Σου φορούν ακάνθινο στεφάνι αντί για στέμμα.

Χολή και ξίδι σου ’δωσαν – είσ’ όλος ένα τραύμα…
Και ο ληστής Σου ζήταγε να κάνεις ένα θαύμα.

*
«Ηλί, Ηλί, λαμά σαβαχθανί»… Θεό δεν έχουνε οι ουρανοί;
«Ας γίνει», είπες , «το θέλημά σου». Η αγάπη ήταν το έγκλημά Σου.

Αίμα δεν έχεις άλλο να χύσουν.
Όλο το δίνεις σ’ αυτούς, να ζήσουν.

*
Η γη τραντάζεται, οι τάφοι ανοίγουν,
νεκροί σηκώνονται και ξανασμίγουν.

Χλομό απ’ το ξύλο Σου Σε κατεβάζουν
κι ευθύς στη θέση Σου εμένα βάζουν.

Η απουσία της είναι, Χριστέ μου,
Σταυρός - κι Ανάσταση δε ζω ποτέ μου!

ΕΓΚΩΜΙΟ

Γενιές παλιές και νέες θρηνούνε την ταφή σου,
νεκρή, αιώνια αγάπη…
Κι ο άντρας κι η γυναίκα στο χώμα της ψυχής τους
βαθιά μέσα σε θάβουν.
Και σα να μην υπήρχες ποτέ μες στη ζωή τους
πορεύονται μακάριοι.
Ώσπου να ’ρθει μια μέρα απρόσμενα τα δάκρυα
να στάξουν απ’ τα μάτια.
Κι ο ήλιος θα μαυρίσει, τα δέντρα θα λυγίσουν
θα μαραθούνε τ’ άνθη…
Τα όρη θα μουγκρίσουν, μαζί τους θα ψελλίσω:
«Γιατί σιωπάς, αγάπη;»

Στρατιές νέων και γέρων, αγέννητες ψυχούλες
και χρόνια πεθαμένες
στου έρωτα δε λένε ν’ αναπαυτούν ακόμη
το μέγα χωνευτήρι.
Ξοπίσω ακολουθούνε το λόγο της ζωής τους
νεκρός τώρα που είναι.
Θρηνούν για όσα ζήσαν και ζουν για όσα θρηνήσαν-
τα πάθη της ψυχής τους.
Το δάκρυ τους πριν πέσει στη γη, αρωματίζουν
του Ερωταφίου τ’ άνθη…
Κι όλοι σαν μεθυσμένοι κοιτούν πάνω να καίνε
κεριά αντί γι’ αστέρια,
σαν να ’γινε καθρέφτης ο ουρανός και δείχνει
τη θεία περιφορά σου.
Κι αντί νεκρό, τ’ αστέρια πένθιμα συνοδεύουν
ένα χλομό φεγγάρι…

Μ’ ένα λιγνό κεράκι κι εγώ σ’ ακολουθάω
νεκρή, αιώνια αγάπη…
Πού βρήκα το κουράγιο περιφορά να κάνω
της στάσιμης ζωής μου;…
Στην εκκλησιά σαν φτάσω ας μου παραχωρήσει
ο Θάνατος στασίδι!

Γ΄ 

Τρεις μέρες μόνον άντεξε του Τάφου το σκοτάδι- 
μα μια ζωή εγώ, χωρίς δικό σου ένα χάδι. 


ΠΟΙΗΜΑ 

Μέσα στο γλυκασμό του πένθους
περνάς από μπροστά μου και ρουφώ
το μαύρο οξυγόνο των μαλλιών σου.
Γονατίζω, να μη δω τα μάτια
που μ’ αποκαθήλωσαν.
Με σηκώνεις σαν το Λάζαρο απ’ τον τάφο,
κουρασμένο απ’ τις τόσες αναστάσεις του.
Σήμερον κρεμάται επί του στήθους σου ο Εσταυρωμένος
στο αλυσιδάκι του.
Το κερί σου χύνει από ηδονή
το δάκρυ του στα δάχτυλά σου.

Φυσάει και σκορπούν τα λουλούδια
του φουστανιού σου,
να σκεπάσουν τον ντροπαλό Ιησού.
Φυσάει και πετούμε αγκαλιασμένοι
πάνω απ’ τον Επιτάφιο,
πιο ψηλά κι απ’ τ’ αστέρια που ’γιναν φλόγες
στα κεριά των πιστών,
πιο ψηλά κι απ’ το Θεό που δεν πίστευε το θαύμα.
Ανασταίνεται ο Υιός Του να μας δει,
οι καμπάνες χαρμόσυνα χτυπούν
- Παρασκευή Μεγάλη, Πάσχα! -
αγκαλιάζονται οι πιστοί κι όλοι ψάλλουν:
«Έρως ανέστη εκ νεκρών…».

Μα ο αέρας ξάφνου σταματά,
τ’ αστέρια ξανακαρφώνονται στη θέση τους,
οι καμπάνες πάλι πένθιμα ηχούν,
ο νεκρός επιστρέφει στο Μεγαλοβδόμαδό Του
 και οι δύο πέφτοντας από ψηλά
-Θεέ μου, γιατί μ’ εγκατέλειψες;…-
ακούμε ν’ αντηχεί σ’ όλη τη γη
το «Τετέλεσται».

ΕΓΚΩΜΙΟ

Ω, στέμμα του Απρίλη, Ερωτοκράτορ Έαρ,
Βασίλειο των δακρύων…
μέσα στην τόση δίνη της ομορφιάς οδύνη
πόση μπορώ ν’ αντέξω;
Ω, μύρο μου χυμένο, χαμένο χελιδόνι,
πώς Άνοιξη θα φέρεις;
Θαλασσο-ουρανάκι και Ηλιοφεγγαράτη,
φιληδονοφωλιά μου!…
Γυμνή σε είδα μόνο σε ονειροκαταρράκτες
να πνίγεσαι γαλήνια.
Το χέρι μου σου απλώνω, μα ο βυθός του ύπνου
σε καταπίνει πάντα…
Πού φως τώρα να χύνεις και ποιου ουράνιου θόλου
να σε φθονούν τ’ αστέρια;…

Σκαμνί έχω το παρόν μου, σκοινί το παρελθόν μου
και για κλαδί, το μέλλον.
Χρόνε, ψυχρέ προδότη, Ιούδα Ισκαριώτη,
να σε κρεμάσω θέλω!
Σ’ ό,τι κι αν αγαπήσω, μαθαίνεις πώς να δώσει
φιλί της προδοσίας.
Μα όμως δε σ’ αντέχει ούτε κι αυτό-για σκέψου!-
και σπάει το σκοινί μου.
Ερωτοκτόνε Χρόνε, ως πότε θα διαβάζω
το Δυσαγγέλιό σου;…

ΠΕΖΟ

Το περιβραχιόνιο του πένθους άρχισε να σφίγγει περισσότερο το μπράτσο της Μεγάλης Παρασκευής. Αισθάνομαι ξένος μέσα στο πλήθος. 
Κουνώ μηχανικά τα πόδια, για να μη με ποδοπατήσουν. Ο Σταυρός μπροστά γέρνει λίγο αριστερά-σαν να συγχώρεσε τον αμαρτωλό ληστή. 
Το κερί μου, από αιώνες σβηστό. 
Φυσάει ένα αεράκι κι αναρριγούν τ’ άνθη του Επιταφίου, λες και σαλεύει από κάτω τους ο νεκρός. Μια στιγμή μου φάνηκε να περπατά δίπλα μου αναστημένος, με μια φλόγα στο χέρι. Τα ρούχα Του λευκά, όπως κι όλων των άλλων. Το πρόσωπό Του καθησυχαστικό. Μου χαμογέλασε: «Θα σε ξαναδώ στην Ανάστασή σου», μου είπε και προχώρησε βιαστικά μαζί με τους άλλους. 

Έμεινα ακίνητος να κοιτώ. Τότε κατάλαβα: ήμουν εγώ μέσα στον Τάφο! Και θαμμένη μέσα μου, εσύ…Κι εκατοντάδες Χριστοί μας συνόδευαν. Στον δικό μας Ερωτάφιο. Σ’ αυτήν τη μοναδική Παραφορά του Ερωταφίου. Μία μικρή παρασκευή. 

Ι.Ν.Κυριαζής, η παραφορά του Ερωταφίου, Εκδόσεις Κονιδάρη 2008

Πέμπτη, 18 Δεκεμβρίου 2014

8 χριστουγεννιάτικα χαϊκού από τη Χρονοθύελλα...

Νιφάδες χιονιού – 
λευκά αιμοσφαίρια 
των Χριστουγέννων. 

Κόκκινο κι άσπρο – 
ματωμένη κι η μύτη
του χιονάνθρωπου. 

Πετώ στο τζάκι 
μύθους – στάχτη, η μύτη 
του Πινόκιο. 

Ψιθυρίζοντας 
έλεγα τα κάλαντα –
σαν ήμουν παιδί... 

Παρασυρμένοι 
απ’ τη χρονοθύελλα 
φεύγουμε όλοι. 

Με γούνες από 
γδαρμένα παραμύθια, 
ξεχειμωνιάζω. 

Άσ’ το λυχνάρι- 
όπου πενθεί το χιόνι, 
λειώνει το μαύρο. 

Μια καραμπόλα 
καρδιών, μα αναίμακτη – 
τα Χριστούγεννα.

Τετάρτη, 21 Μαΐου 2014

Ταξίδια στο χρόνο

μελοποίηση-ερμηνεία Κώστα Μπραβάκη

Παρασκευή, 21 Μαρτίου 2014

7+7 ΑΦ-ΟΡΙΣΜΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ

7

Μια καλή πράξη η ποίηση

Ποιος αμφιβάλλει πως ο ποιητής
μοιάζει με τους προσκόπους;...
Παίρνει τα δάκρυά του και τα περνά
στ’ απέναντι μάτια.

Ορισμός

Από μιαν άλλη γωνιά ιδωμένο
το ποίημα είναι
η μακροσκελής υπογραφή του Κενού
για το άγραφο κομμάτι της σελίδας.
Αν λοιπόν γράφουμε ποιήματα
δεν κάνουμε τίποτε άλλο
απ’ το να δίνουμε συνεχώς
διαφορετικά επώνυμα στο Τίποτα.

Δύστιχοι ποιητές

Είπε
η ποίηση
ευτυχως
δεν είναι για όλους.
Κι είναι
δυστυχώς
ποιητής.

Μα η ποίηση
είναι
μια ανταύγεια αντίο
στα μάτια όλων.

Μπας και σωθούμε

Λέξεις αντλημένες απ’ τη δεξαμενή του τυχαίου
να εξαντλήσουν τη σιωπή του ονόματος
θάνατοι επιστρατευμένοι στην υπηρεσία φιλόδοξου
πένθους
της αγάπης εξαργυρώσιμοι στίχοι
της εξέγερσης αυτάρεσκα συνθήματα

οθόνες συμπάσχουσες στου κόσμου τα πάθια
γραφίδες που κλαίνε μελάνι

ω ποίηση
πριονισμένο σκαλί στο ικρίωμα
μπας και σωθούμε...

Χαϊκού

Ποίηση, σκιάχτρο
που τρομάζεις μονάχα
την ευτυχία.

Σαν να ’χε σημασία                       

Δεν ξέρω τίποτε απ’ τη ζωή μου
ούτε κι απ’ τις δικές σας.
Τις λακκούβες της άγνοιας μόνο στρώνω
με ποίηση
για να φτάσω
με όσο το δυνατόν λιγότερους κραδασμούς
- σαν να ’χε σημασία -
στον γκρεμό…

Κανόνας υγιεινής

Φιλώ στο μάγουλο το φίλο
στο στόμα τη γυναίκα
στα πόδια της την Ποίηση.
Έτσι, έχω πάντα στο τέλος
απολυμάνει τα χείλη μου...

+7

*
Πρέπει να σκίσεις τη ζωή σου στα δύο
για να περάσει το ποίημα.

*
Οι λέξεις που γέννησα
για να μην πεθάνω απ’ τη σιωπή σου.

*
Πόση ψυχή στάχτη για μια φλόγα στίχου

*
Η ποίηση είναι
ένα ακροβατικό νούμερο
πάνω στην πρώτη άσπρη τρίχα
της Αθανασίας.

*
Αν ο ουρανός είναι η γη της Ποίησης
φανταστείτε τον ουρανό της...

*
Ποίηση είναι οι πιο αισχρές βρισιές μας
για το θάνατο.

*
Μ’  έστειψε η ζωή
για να με πιει η ποίηση.

Κυριακή, 2 Φεβρουαρίου 2014

Δάχτυλα στον τοίχο


*
Μόλις κοιμηθώ,
ένα παιδί ξυπνάει –
ξυπνώ, κοιμάται.

«Πες μου, πού είμαι;»
«Στην άκρη του ύπνου μου ·
τι θες, πατέρα;»

Φεύγει βιαστικός
να ζεσταθεί στο μνήμα –
η μνήμη κρύα.

Τίποτε άλλο
και το πουθενά παντού
ποτέ για πάντα.

*

Ξημερώματα και δε με είχε πάρει ακόμη ο ύπνος. Βασανιστικά ζωντάνευε μέσα μου αυτή η τόσο επίμονη εικόνα που με τίναζε κάθε τόσο όρθιο: του ετοιμοθάνατου πατέρα στο σκοτάδι του θαλάμου του στο νοσοκομείο, να χτυπά τα δάχτυλά του στον τοίχο – μιας κι η φωνή του δεν έβγαινε – για να τον ακούσουμε.
Ζητούσε βοήθεια;…Περισσότερο οξυγόνο και λιγότερο πόνο;….Με τα δάχτυλά του, ζητούσε τη ζωή.
Ήταν η μόνη «αναλαμπή» που είχε μετά από αρκετές ημέρες που βρισκόταν σε κώμα. Το πρωί που ξημέρωνε θα πέθαινε. Κι ήταν εκείνη η κίνηση το τελευταίο σινιάλο ζωής, της ζωής που διεκδικούσε τον εαυτό της. Δεν είχε άλλο τρόπο να ακουστεί – τα δάχτυλα μόνο, στον τοίχο. Κι ακόμη με κρατά η τύψη που δε σηκώθηκα απ’ την καρέκλα, να του δείξω πως ήμουν εκεί και τον έβλεπα. Πως δεν ήταν μόνος του στο σκοτάδι…

Είχα υπακούσει, βλέπετε, στη βλακώδη υπόδειξη της αποκλειστικής νοσοκόμας να μην τον «ενοχλήσω», γιατί –σκέφτηκα αργότερα – ίσως κάτι τέτοιο να την ξεβόλευε απ’ τη δική της ανάπαυση, στη δική της καρέκλα.

Κάθισα και τον έβλεπα να χτυπά τα δάχτυλά του στον τοίχο – ο μόνος θόρυβος που μπορούσε πια να παράγει, η μόνη φωνή που είχε για να παραπονεθεί, να κλάψει, να ζητήσει…Έβλεπα τις φωνητικές του χορδές να σαλεύουν, να πάλλονται μέσα από τα νεύρα των δαχτύλων του. Αυτά τα δάχτυλα στον τοίχο, που φαίνονταν να μην τ’ ακούει κανείς μες στο σκοτάδι, στάθηκε η πιο τραγική εικόνα που αντίκρισα ποτέ μου – ίσως γιατί πήρε μέσα μου τη σημασία του συμβόλου μιας ζωής που ξοδεύεται και –νομίζει πως – τελειώνει απαρατήρητη.

Ο πατέρας μου πέθανε στις 2 Φεβρουαρίου του 1992 – χιόνιζε πολύ στην Αθήνα. Το φτυάρι, θυμάμαι, κάλυψε το φέρετρό του με χιόνι. Από τότε για μένα το χιόνι συμβολίζει το πένθος…
Πέντε χρόνια μετά το θάνατό του έγραψα το παρακάτω ποίημα στη μνήμη του:


ΤΟΤΕ ΠΟΥ ΧΙΟΝΙΖΕ
ΚΙ Η ΜΟΙΡΑ ΟΡΙΖΕ

Πατέρα, ξέχασα θαρρώ
το βλέμμα σου το καθαρό.
Μπήκαν στα μάτια σου σκουλήκια
του Άδη να δώσουνε τα νοίκια.

Πατέρα, γέρασε το δείλι
κι ανάβει η μάνα το καντήλι.
Κάτω απ’ το φως του, πάλι ωραία,
όπως σαν ήσασταν παρέα.

Γίναν τα χρόνια σου αιώνες,
με τριγυρνούν σαν παγετώνες.
Πατέρα, κλαίει μου το μάτι –
συγχώρα μου όλα τα λάθη.

Άραγε, βλέπεις το εγγόνι
απ’ τ’ ουρανού την μπλε οθόνη;
Δικό σου έχει το κεφάλι –
κοιτώντας το, σε βλέπω πάλι.
Πάντα κοντά ήσουν στη σόμπα
και σε θυμάμαι με τη ρόμπα.
Τα καλοκαίρια σύκα μάζευες
κι απ’ την αυλή το δρόμο χάζευες.

Άραγε, νιώθεις τώρα κρύο;…
Έτρεμες πάνω στο φορείο,
αλλά μας έδινες και θάρρος
δίχως χαρά να μείνει ο Χάρος.

Δυο του Φλεβάρη κι είχε χιόνι –
εύκολα η μνήμη εδώ παγώνει.
Σέρνω το δάχτυλο στο τζάμι –
μηδέν, κουλούρι με σουσάμι…

Ό,τι πολύτιμο, μια φράσις,
πριν μια για πάντα να σωπάσεις.
Με το δικό σου «Σ’ αγαπώ»
κι εγώ μια μέρα θα ταφώ…

Μ' επισκέπτεσαι σπανίως στον ύπνο μου - πάντα απόμακρος. Χάδι σου δεν παίρνω. Βλέμμα σου ούτε. Μόνο κοιτάς το δρόμο που σ' έφερε ως εμένα για να ξαναφύγεις.
Τι σε πληγώνει περισσότερο κι απ' το θάνατο εκεί,πατέρα;...
Ι.Ν.Κυριαζής

Τρίτη, 3 Δεκεμβρίου 2013

Το δίκιο ενάντια στο νόμο

στη μνήμη του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου

Το βήμα ανοίγεις μες στο δρόμο,
χτυπάει κόκκινο η φωνή σου.
Το δίκιο ενάντια στο νόμο
παλεύει πάλι - αγωνίσου!

Ένα κασκόλ στη μύτη βάζεις,
στο παρελθόν μολότοφ ρίχνεις.
Μ’ έναν γνωστό-άγνωστο μοιάζεις -
τ’ αρχίδια σου στο Χάρο δείχνεις.

Πλιάτσικο κάνεις των ονείρων
μέσα σου ουρλιάζουν οι σειρήνες.
Τ’ άπληστα χέρια των σωτήρων
τους τα γεμίζουν οι μπασκίνες.

Βουλή - απ’ το στόμα των ευζώνων
εξοστρακίστηκαν οι λέξεις.
Λυγμοί ληγμένων δακρυγόνων -
γελά στο πλάι σου ο Αλέξης...

Παρασκευή, 15 Νοεμβρίου 2013

Τρίτη, 5 Νοεμβρίου 2013

Εγώ, Αυτός, Εκείνος κι οι Άλλοι












Εκείνος μιλούσε.
Κι Αυτός του έγνεφε καταφατικά, τα μάτια του έλαμπαν επιδοκιμαστικά, τα χέρια του ανοιγόκλειναν υπογραμμίζοντας το αυτονόητο της ορθότητας των απόψεων που άκουγε...είχε μεταμορφωθεί ολόκληρος σε μια μαριονέτα της οποίας τους σπάγκους κινούσε μ’ ένα του βλέμμα Εκείνος. Σιωπηλός, μα κραύγαζε τόσα «ναι» μέσα από κινήσεις που έπρεπε να αντιληφθεί μόνον Εκείνος για να μην εκτεθεί και στους Άλλους, τόσα «διατάξτε!», τόσα « ωραία που τα λέτε!», τόση αηδία...
Κι Εγώ, βυθισμένος στην πολυθρόνα μου, ένας από τους Άλλους, δεν έγνεψα καταφατικά σ’ Εκείνον όταν Αυτός έλειψε για λίγο, σπάζοντας έτσι την αλυσίδα της ξευτίλας.

(1995)

Κυριακή, 3 Νοεμβρίου 2013

Πέθανε ο Γιάννης Καλαμίτσης
















Περίμενα μέρες τώρα ν' ακούσω το δυσάρεστο νέο, καθώς είχα αντιληφθεί την αιτία της απουσίας του από παντού...
Ατελείωτες ώρες έχω περάσει μαζί του με το  αφτί μου κολλημένο στο ραδιοφωνάκι. Ένας πανέξυπνος άνθρωπος με ποιοτικό χιούμορ που ήξερε να ψυχαγωγεί, με όλη τη σημασία της λέξης, τους ακροατές-αναγνώστες του.
Ένας εξαιρετικός δημοσιογράφος,θεατρικός συγγραφέας μα και στιχουργός. Το τραγούδι " Άνθρωποι μονάχοι" σε ερμηνεία Βίκυς Μοσχολιού, κλασικό...


Το τραγούδι " Θα σ' αγαπώ" με τη φωνή της Δήμητρας Γαλάνη, επίσης δικό του...


Αλλά κι η "Άννα" του, αξεπέραστη...

 

Εδώ ένα ενδεικτικό ηχητικό αρχείο από παλιά ραδιοφωνική εκπομπή του

Ίσως να φταίει που είχαμε την ίδια μέρα γενέθλια, κι αισθάνθηκα σήμερα ένα σφίξιμο στην καρδιά. Αντίο, Γιάννη...

Δευτέρα, 28 Οκτωβρίου 2013

Ενθίμιον Ιοανηνον

Ανοιγμένα στόματα τάφων στο κρεβάτι της,ανήμερα της εθνικής επετείου.Πάνω από τα χάρτινα μνήματα έσκυβε να βρει τον πατέρα της...
Έπεσε πάνω σε άλλα, από διαλυμένους γάμους,γερασμένα βαφτίσια,σαραβαλιασμένες εφηβείες,χρόνια εμπόλεμα,χρόνια ειρηνικά, που όλα εξίσου βομβάρδισαν το πρόσωπό της.
'Ωσπου το μάτι έκοψε,ξυράφι, ο νεκρός της πατέρας...



...να της ισιώνει τις ρυτίδες από ένα τσαλακωμένο χαρτί.

"Ενθίμιον Ιοανηνον 17/2/1941", όπως πιστοποιούσε στην καμπουριασμένη πλάτη της η φωτογραφία.


Μια ανορθογραφία τρυφερή,ένα γνέψιμο παρηγοριάς από τ' αμείλικτα γράμματα, ένας ίλιγγος γραμματικής στ' ανακατεμένα της σπλάχνα.

Την άφησα νιογέννητη στην αγκαλιά του ,να πολεμά τον εισβολέα Χρόνο.

Στο ύψωμα της μνήμης κυμάτιζε κουρελιασμένος ο θάνατος.

*Στη φωτό ο παππούς μου Δημήτρης Κοπανάς.

Σάββατο, 31 Αυγούστου 2013

Τετάρτη, 21 Αυγούστου 2013

Πανσεληναράδες

Τι διάολο έχει κι αυτή η πανσέληνος
και τους τρελαίνει όλους;
Ανοίξαν και τ’ αρχαία ερείπια
ν’ αναστηλώσουν τις σχέσεις τους
τα ζευγαράκια
λες κι έχει ανάγκη από ουρανό ο έρωτας
για να σε απογειώσει
Αρνούμαι να δω τη σελήνη ολόκληρη -
την προτιμώ κολοβή, ανήμπορη, ακρωτηριασμένη,
τότε που μ’ έχει ανάγκη να τη στηρίξω
με το βλέμμα μου
Τώρα πάνω στον κινητό της θρόνο
μες στην αυτοκρατορική της αυτάρκεια
με τον αέρα της ντίβας μας σέρνει απ’ τη μύτη
Κι από ψηλά που μας κοιτά, τίποτε σαν να βλέπει.
Μα εγώ ποτέ δε ρίχνω δεύτερη ματιά
σε όποια δεν πέφτει με την πρώτη.

από το βιβλίο "Χρονοθύελλα" , 2012

Κυριακή, 5 Μαΐου 2013

100 ΜΥΘΟΙ ΤΟΥ ΑΙΣΩΠΟΥ

Αίσωπος

Πλακουτσομύτης, κοιλαράς, μαυριδερός, βρομιάρης,
κουτσός, καμπούρης και τραυλός· ήταν και ξεδοντιάρης.
Μα με μυαλό αστραφτερό - και με το λόγο μόνον
έμεινε αυτός ο άσχημος στο διάβα των αιώνων.

Με τη σοφία της ζωής και της σκλαβιάς την πείρα
μικρούς μεγάλους δίδαξε ν' αλλάξουν χαρακτήρα.
Το κάθε ζώο έγινε μάσκα κι ενός προσώπου·
ρυτίδα του κάθε γραμμή στους μύθους του Αισώπου.

                                                                   Ι.Ν.Κυριαζής 

(Αντί προλόγου στο βιβλίο μου 100 ΜΥΘΟΙ ΤΟΥ ΑΙΣΩΠΟΥ).

Το νέο μπλογκ με τους 100 μύθους του Αισώπου εδώ

Δευτέρα, 29 Απριλίου 2013

η παραφορά του Ερωταφίου



Άνθη στον Επιτάφιο γυναίκες απ’ τον κάμπο
φέραν και σκύψαν πάνω Σου-Χριστέ, σιμά Σου θα ‘μπω!




ΠΕΖΟ Α΄

Όλες οι μέρες κάθισαν απαρηγόρητες πάνω απ’ το κεφάλι της Μεγάλης Παρασκευής. Μια μέρα που μεγεθύνει τις απώλειες μέσα σου. Απ’ το πρωί οι καμπάνες σκορπούνε δάκρυα κι αναμνήσεις περασμένων Επιταφίων. Ο ήλιος χαϊδεύει ηδονικά τους τρούλους των εκκλησιών, αναριγούν οι σταυροί επάνω τους. Οι θεοί που κήδεψα στη ζωή μου θα με συντροφεύουν ως το θάνατό μου. Μαντεύω την ύπαρξή τους από το άρωμα της πασχαλιάς που σκορπούνε γύρω μου.
Ραγισμένα τραγούδια στο ραδιόφωνο- μελωδικά ανασαίνει ο πόνος για να τον εκπνεύσει ο άνθρωπος.
Μες στο φλιτζάνι πικραμένος ο καφές, νοσταλγεί τη χαμένη συντροφιά της ζάχαρης. Ούτε και σήμερα θα τους τα φτιάξω…
Ανοίγω την πόρτα και καταπίνω ανόρεχτα το δρόμο προς την εκκλησία. Επάνω, δυο σύννεφα βουτηγμένα στο μπλε οινόπνευμα- βαμβάκι για τις πληγές μου. Και κάτω, ένα ζευγάρι να φιλιέται χωρίς συστολές, στη μέση του διαστελλόμενου θρήνου-πληγή για τα μάτια μου.
Μες στο ναό, αμήχανος-σα Θεός χωρίς πιστούς…, σαν άπιστος χωρίς κι ανθρώπους. Μπροστά μου, ο Ιησούς, κάτω από ένα ανοιξιάτικο σεντόνι -κανείς δεν το τραβάει, μήπως και δεν τον δει. Μόνο μαζεύουν ροδοπέταλα, για να μυρίζει ο ύπνος τους υπόσχεση Ανάστασης. Μα εγώ, ο ιερόσυλος, προσπαθώ να μαντέψω ποια βιολέτα διαλέγοντας, θ’ αγγίξω τα δάχτυλά σου που την έκοψαν.
Και σα να ‘θελα να μπω σ’ ένα τούνελ του χρόνου που θα ‘βγαζε σ’ εσένα, έσκυψα να περάσω κάτω απ’ τον Επιτάφιο.





ΠΟΙΗΜΑ Α΄

Στο μαλακό φως των κεριών
ρέουν τα πρόσωπα
παραπόταμοι που πάνε να ενωθούν
στ’ αργά νερά μίας λιωμένης Άνοιξης,
πολύχρωμη λάβα που με καταπίνει
καθώς απ’ τις κυλιόμενες σκάλες της μνήμης μου
αναδύεσαι όπως τότε, ελαφριά και αέρινη.
Φυσάει και γεμίζουν οι δρόμοι από εσένα.
Εύπλαστος πηλός που κολλάει στα χείλη μου
τ’ όνομά σου,
άσπλαχνη φλόγα που τρώει τα σπλάχνα μου
η μορφή σου,
τα μαλλιά σου μπερδεμένα λύνουν το αίνιγμα του κόσμου.
Όλα τα σπίτια βλέπουν προς τον ακάλυπτο
ώμο σου,
τα δάχτυλά σου απαλά ν’ ανεμίζουν σαν κρόσσια του ύπνου
στους κροτάφους μου
κι η εκκλησιά φωταγωγείται απ’ το αναστάσιμο φως
των ματιών σου.
Ω γλυκύ μου έαρ,
να μια φορά που το κερί σου θα σβήσει
απ’ το επιτάφιο δάκρυ μου,
να μια φορά που ο ήλιος ντροπιασμένος θα δύσει
γιατί δε θα φτάσει πιο ψηλά απ’ την ευτυχία μου…

Όμως στο κεφάλι μου ο ουρανός
κάποτε θ’ ακουμπήσει κατακόκκινο το ακάνθινο φεγγάρι του.
Κι ο κόσμος όλος θα φωνάξει:
«Ιδού ο βασιλεύς των ανιδέων!…»





ΕΓΚΩΜΙΟ Α΄

Η ζωή εν τάφω, έρωτά μου νεκρέ,
στο ανθισμένο σεντόνι της άνοιξης
το κορμί μαραμένο απόθεσες.

Η ζωή, πώς φεύγει; και κανέναν ποτέ
από κάτω δεν είδα ν’ ανέβηκε.
Των μνημάτων με τυφλώνει το λευκό;

Ω θνητέ, αντέχεις το Θεό να πενθείς
μα για σένα κανένας αθάνατος
δε θα κλάψει στον τάφο σαν θα μπεις…

Βασιλιά της λύπης, Έρωτά μου, πετάς
απολιθωμένα τριαντάφυλλα
μες στου Άδη- για να σκίσεις- την κοιλιά.

Του μυαλού η τρέλα, του κορμιού ο σπασμός,
χορηγέ της πνοής μου, άπνους φαίνεσαι,
φιλημένος απ’ τα χείλη των νεκρών.

Οι νεκροί στο μνήμα, κι εσύ μες στους νεκρούς…
πιο βαθιά να σε θάψουν δε γίνεται.
Δυο καρδιές που ματώνουν την άβυσσο.

Πασχαλιές που ανθίζουν, μαραμένες ψυχές:
ποιες μοσχοβολούνε , λέτε, πιότερο;
Των ερώτων μας ο πόνος ιερός.

Τη ζωή ποιος θέλει, σαν ο πόθος δε ζει;
Ποιος και ποιον και πού θα ερωτεύεται;
Αφού όλοι ήδη είμαστε κανείς…

Ποιος, ζωή πια δίχως, ποιος, ανάσα χωρίς,
απ’ τα πλήθη των νεκρών που σε πίστεψαν
να σου δώσει το φιλί, αχ , της ζωής;…

Οι καρδιές πώς σπάγαν…,για να σμίξουν μαζί,
κι απ’ τη γη αποσπώνταν να γίνουνε
δορυφόροι στο δακτύλιο του Παντός.


Ναι , νεκρή αγάπη, όχι τ’ Άδη οχυρό,
δεν μπορεί να με διώξει το σκότος σου
να μην κλάψω ό,τι χάρηκα στο φως…

Άνοιξη θα είναι που θ’ ανοίξει η γη
κι όσοι έως θανάτου αγάπησαν
θα ξανα-αγκαλιαστούνε ζωντανοί!



ΠΕΖΟ Β΄

Η νύχτα άρχισε ν’ απλώνει τα δίχτυα της στον κόσμο.Μέσα της σπαρταρούνε ασημένιοι σταυροί, χρυσά άμφια και πήλινες ψυχές.
Εδώ και ώρα στέκω στο σταυροδρόμι που ορίστηκε να συναντηθούν όλοι οι Επιτάφιοι της ζωής μου. Οι καμπάνες από μακριά εξακολουθούν να πενθούν υποκριτικά τη σιωπή που σκοτώνουν. Κάποιοι γέροι κρέμονται απ’ τα μπαλκόνια των σπιτιών τους για να δουν- τον εαυτό τους να γυρνά, παιδάκι, μ’ ένα κερί στο χέρι, στα καλντερίμια του χωριού τους. Μερικές γυναίκες μένουν παγωμένες ν’ ακούσουν- τις πνιχτές τους ανάσες τη νύχτα που τις επισκέφτηκε για πρώτη φορά ο δικός τους Νυμφίος.
Ο Χρόνος, ανελέητος, μ’ ένα φανάρι και με βραχνή φωνή τριγυρνά στους δρόμους κι εξαναγκάζει τους εναπομείναντες περαστικούς να τον ακολουθήσουν ως την πομπή. Γύρω απ’ το λαιμό του, ένας κόκκινος κύκλος. Ακούω στις τσέπες του να κουδουνίζουν τ’ αργύρια. Τόσους αιώνες, δεν είχε πού να τα ξοδέψει…
Από παντού ακούγεται ψαλμωδία. Οι ύμνοι ανακατεύονται μεταξύ τους, το έαρ με τους τάφους όλων των γενεών, το λιβάνι με το καυσαέριο της πόλης, τα κεριά με τ’ αστέρια, οι ιερείς με τον Ιούδα, κι οι Επιτάφιοι μ’ εσένα.Το πλήθος πλησιάζει αργά ώσπου το μαγεμένο δάσος των κεριών να με καταπιεί. Συντονίζομαι στο βηματισμό της κηδείας.



ΠΟΙΗΜΑ Β΄
*
Πήρες βαριανασαίνοντας του Γολγοθά το δρόμο
κι είχες βαρύ ένα Σταυρό στον τρυφερό Σου ώμο.

Μες στις παλάμες τα καρφιά απ’ το σφυρί στραβώσαν
σα να υποκλίθηκαν βαθιά σ’ Αυτόν που τα καρφώσαν.

Τρυπά η λόγχη τα πλευρά και χύνεται το αίμα
και σου φορούν ακάνθινο στεφάνι αντί για στέμμα.

Χολή και ξύδι σου ‘δωσαν –είσ’ όλος ένα τραύμα…
Και ο ληστής σου ζήταγε να κάνεις ένα θαύμα.

*
«Ηλί, Ηλί, λαμά σαβαχθανί»…
Θεό δεν έχουνε οι ουρανοί;

«Ας γίνει», είπες , «το θέλημά σου».
Η αγάπη ήταν το έγκλημά σου.

Αίμα δεν έχεις άλλο να χύσουν.
Όλο το δίνεις σ’ αυτούς, να ζήσουν.

*

Η γη τραντάζεται, οι τάφοι ανοίγουν,
νεκροί σηκώνονται και ξανασμίγουν.

Χλομό απ’ το ξύλο Σου Σε κατεβάζουν
κι ευθύς στη θέση Σου εμένα βάζουν.

Η απουσία της είναι, Χριστέ μου,
Σταυρός- κι Ανάσταση δε ζω ποτέ μου!



ΕΓΚΩΜΙΟ Β΄

Γενιές παλιές και νέες θρηνούνε την ταφή σου,
νεκρή, αιώνια αγάπη…
Κι ο άντρας κι η γυναίκα στο χώμα της ψυχής τους
βαθιά μέσα σε θάβουν.
Και σα να μην υπήρχες ποτέ μες στη ζωή τους
πορεύονται μακάριοι.
Ώσπου να ‘ρθει μια μέρα απρόσμενα τα δάκρυα
να στάξουν απ’ τα μάτια.
Κι ο ήλιος θα μαυρίσει, τα δέντρα θα λυγίσουν
θα μαραθούνε τ’ άνθη…
Τα όρη θα μουγκρίσουν, μαζί τους θα ψελλίσω:
«Γιατί σιωπάς, αγάπη;»

Στρατιές νέων και γέρων, αγέννητες ψυχούλες
και χρόνια πεθαμένες
στου έρωτα δε λένε ν’ αναπαυτούν ακόμη
το μέγα χωνευτήρι.
Ξοπίσω ακολουθούνε το λόγο της ζωής τους
νεκρός τώρα που είναι.
Θρηνούν για όσα ζήσαν και ζουν για όσα θρηνήσαν-
τα πάθη της ψυχής τους.
Το δάκρυ τους πριν πέσει στη γη, αρωματίζουν
του Ερωταφίου τ’ άνθη…
Κι όλοι σα μεθυσμένοι κοιτούν πάνω να καίνε
κεριά αντί γι’ αστέρια,
σα να ‘γινε καθρέφτης ο ουρανός και δείχνει
τη θεία περιφορά σου.
Κι αντί νεκρό, τ’ αστέρια πένθιμα συνοδεύουν
ένα χλομό φεγγάρι…

Μ’ ένα λιγνό κεράκι κι εγώ σ’ ακολουθάω
νεκρή, αιώνια αγάπη…
Πού βρήκα το κουράγιο περιφορά να κάνω
της στάσιμης ζωής μου;…
Στην εκκλησιά σα φτάσω ας μου παραχωρήσει
ο Θάνατος στασίδι!




ΠΟΙΗΜΑ Γ΄
Μέσα στο γλυκασμό του πένθους
περνάς από μπροστά μου και ρουφώ
το μαύρο οξυγόνο των μαλλιών σου.
Γονατίζω, να μη δω τα μάτια
που μ’ αποκαθήλωσαν.
Με σηκώνεις σαν το Λάζαρο απ’ τον τάφο,
κουρασμένο απ’ τις τόσες αναστάσεις του.
Σήμερον κρεμάται επί του στήθους σου ο Εσταυρωμένος
στο αλυσιδάκι του.
Το κερί σου χύνει από ηδονή
το δάκρυ του στα δάχτυλά σου.

Φυσάει και σκορπούν τα λουλούδια
του φουστανιού σου,
να σκεπάσουν τον ντροπαλό Ιησού.
Φυσάει και πετούμε αγκαλιασμένοι
πάνω απ’ τον Επιτάφιο,
πιο ψηλά κι απ’ τ’ αστέρια που ‘γιναν φλόγες
στα κεριά των πιστών,
πιο ψηλά κι απ’ το Θεό που δεν πίστευε το θαύμα.
Ανασταίνεται ο Υιός Του να μας δει,
οι καμπάνες χαρμόσυνα χτυπούν
-Παρασκευή Μεγάλη, Πάσχα!-
αγκαλιάζονται οι πιστοί κι όλοι ψάλλουν:
«Έρως ανέστη εκ νεκρών…».

Μα ο αέρας ξάφνου σταματά,
τ’ αστέρια ξανακαρφώνονται στη θέση τους,
οι καμπάνες πάλι πένθιμα ηχούν,
ο νεκρός επιστρέφει στο Μεγαλοβδόμαδό Του
και οι δύο πέφτοντας από ψηλά
-Θεέ μου, γιατί μ’ εγκατέλειψες;…-
ακούμε ν’ αντηχεί σ’ όλη τη γη
το «Τετέλεσται».





ΕΓΚΩΜΙΟ Γ΄

Ω, στέμμα του Απρίλη, Ερωτοκράτωρ Έαρ,
Βασίλειο των δακρύων…
μέσα στην τόση δίνη της ομορφιάς οδύνη
πόση μπορώ ν’ αντέξω;
Ω, μύρο μου χυμένο, χαμένο χελιδόνι,
πώς Άνοιξη θα φέρεις;
Ουρανοθαλασσάκι και Ηλιοφεγγαράτη,
φιληδονοφωλιά μου!…
Γυμνή σε είδα μόνο σε ονειροκαταρράκτες
να πνίγεσαι γαλήνια.
Το χέρι μου σου απλώνω, μα ο βυθός του ύπνου
σε καταπίνει πάντα…
Πού φως τώρα να χύνεις και ποιου ουράνιου θόλου
να σε φθονούν τ’ αστέρια;…


Σκαμνί έχω το παρόν μου, σκοινί το παρελθόν μου
και για κλαδί, το μέλλον.
Χρόνε, ψυχρέ προδότη, Ιούδα Ισκαριώτη,
να σε κρεμάσω θέλω!
Σ’ ό,τι κι αν αγαπήσω, μαθαίνεις πώς να δώσει
φιλί της προδοσίας.
Μα όμως δε σ’ αντέχει ούτε κι αυτό-για σκέψου!-
και σπάει το σκοινί μου.
Ερωτοκτόνε Χρόνε, ως πότε θα διαβάζω το Δυσαγγέλιό σου;…





ΠΕΖΟ Γ΄
Το περιβραχιόνιο του πένθους άρχισε να σφίγγει περισσότερο το μπράτσο της Μεγάλης Παρασκευής. Αισθάνομαι ξένος μέσα στο πλήθος.
Κουνώ μηχανικά τα πόδια, για να μη με ποδοπατήσουν. Ο Σταυρός μπροστά γέρνει λίγο αριστερά-σα να συγχώρεσε τον αμαρτωλό ληστή.
Το κερί μου, από αιώνες σβηστό. Φυσάει ένα αεράκι κι αναριγούν τ’ άνθη του Επιταφίου, λες και σαλεύει από κάτω τους ο νεκρός. Μία στιγμή μου φάνηκε να περπατά δίπλα μου αναστημένος, με μια φλόγα στο χέρι. Τα ρούχα Του λευκά, όπως κι όλων των άλλων. Το πρόσωπό Του καθησυχαστικό. Μου χαμογέλασε: «Θα σε ξαναδώ στην Ανάστασή σου», μου είπε και προχώρησε βιαστικά μαζί με τους άλλους. Έμεινα ακίνητος να κοιτώ. Τότε κατάλαβα: ήμουν εγώ μέσα στον Τάφο! Και θαμμένη μέσα μου, εσύ…Κι εκατοντάδες Χριστοί μας συνόδευαν. Στον δικό μας Ερωτάφιο. Σ’ αυτήν τη μοναδική Παραφορά του Ερωταφίου. Μία μικρή παρασκευή.


*Το ποίημα γραφόταν επί πέντε χρόνια από Μεγαλοβδόμαδο σε Μεγαλοβδόμαδο
**Οι δύο πρώτες εικόνες του ποστ είναι collage μου.
Ι.Ν.Κυριαζής

Πέμπτη, 25 Απριλίου 2013

100 ΜΥΘΟΙ ΤΟΥ ΑΙΣΩΠΟΥ

Σωκράτης: «...ἐννοήσας ὅτι τὸν ποιητὴν δέοι, εἴπερ μέλλοι ποιητὴς εἶναι, ποιεῖν μύθους ἀλλ᾽ οὐ λόγους, καὶ αὐτὸς οὐκ ἦ μυθολογικός, διὰ ταῦτα δὴ οὓς προχείρους εἶχον μύθους καὶ ἠπιστάμην τοὺς Αἰσώπου, τούτους ἐποίησα οἷς πρώτοις ἐνέτυχον». 
Πλάτων, Φαίδων 61b. 


Είναι συγκινητικό να ξέρεις πως καταπιάνεσαι με κάτι που γέμισε και τις τελευταίες ώρες του Σωκράτη μέσα στο κελλί του,  λίγο πριν πιει το κώνειο...

Σάββατο, 20 Απριλίου 2013

Λογοκλοπής εγκώμιον

Η έμπνευσή μου είναι λίγη
δεμένη η γλώσσα προ πολλού
μα υποτάσσομαι στα ρίγη
της φήμης μου του ποιητού.

Τι κι αν μια σκέψη δε διαθέτω
κι αν το χαρτί είναι καθαρό,
θα το γεμίσω εν χρόνω ευθέτω
με στίχους άλλων που θα βρω.

Είναι τα όρια μπερδεμένα
κρυπτομνησίας-λογοκλοπής...
Πριν να τα βρούνε, τα κλεμμένα
δικά μου κάνω, άνευ ντροπής.

Ποιήματα ολόκληρα, στιχάκια,
περικοπές και γνωμικά,
μεταφρασμένα ξένα αρθράκια:
αγύριστα και ...δανεικά.

Κι άμα πρωτόλειο μου πέσει
στα χέρια, νέου δημιουργού,
θα λέω πάντα «δε μ’ αρέσει»
και θα τo κλέβω κι αυτουνού.

Άλλα αυτούσια θα τα παίρνω,
σ’ άλλα θα κάνω συρραφή
και από κάτω τους θα σέρνω
φαρδιά πλατιά υπογραφή.

Θα τα τυπώνω, θα τα εκδίδω,
θα με προβάλλουν, θα με υμνούν
μαθήματα θα παραδίδω -
κι όλοι θα με χειροκροτούν.

Θα ’ρθει κοινό να με θαυμάσει
ομιλητή των αιθουσών...
θα κάνουν τόπο να περάσει
ο ευνοημένος των Μουσών.

Μόνο τα βράδια στο σκοτάδι
νεκροί κι αγέννητοι ποιητές
θα με δικάζουνε ομάδι
που κλέβω φως απ’ τις σκιές...

Χρονοθύελλα, 2012

Πέμπτη, 11 Απριλίου 2013

Συμπτώσεις;...


ΦΟΥΛ ΤΟΥ ΠΑΣΟΥ, Ι.Ν.Κυριαζή (2008)

"Οι μέρες ανακατεύτηκαν σαν τραπουλόχαρτα
και μοιραστήκαν στους ανθρώπους.
Τα καρό έφτιαξαν τραπεζομάντιλο
και πάνω τους οι κούπες μας γέμισαν με καφέ.
Τα μπαστούνια τα έβρισκα αμέσως παντού
μα πουθενά δεν είδα σπαθιά-
ήτανε όλα καρφωμένα στην πλάτη μου."

Δημοσίευση στο Ποιείν  17/1/2008

Κατοχυρωμένο ποίημα και στο βιβλίο μου Χρονοθύελλα (2012)



ΖΩΑ ΣΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ, ΓΙΑΝΝΗ ΒΑΡΒΕΡΗ (2013)

"Επάνω σε καρό τραπεζομάντιλα
με κούπες του καφέ αχνιστές
παίζουν χαρτιά στη λέσχη τους συχνά τα ζώα
συχνά τα βρίσκουνε μπαστούνια."

Από τη μετά θάνατο συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη «Ζώα στα σύννεφα» 2013

Δευτέρα, 18 Μαρτίου 2013

Τέλος γιορτής

Φύγαν τα παιδιά -
στο δέντρο ξεχασμένος
ο χαρταετός.

Κρατάς τη μάσκα
να ξεγελάς τα δάκρυα
να μην ξανάρθουν.

Στους άδειους δρόμους
αέρας παρασέρνει
τις σερπαντίνες.

Ένα παιδάκι
δεν ντύθηκε τίποτε -
πάει για ύπνο.

Φύγαν οι μάσκες
μείναν οι μασκαράδες.
Του χρόνου πάλι!

Δευτέρα, 7 Ιανουαρίου 2013

Ιωάννου Προδρόμου

Μουγγός λεν έμεινε ο πατέρας του
γιατί δεν πίστεψε τον άγγελο
πως θ’ αποκτήσει γιο στα γηρατειά του
μέχρι που ξαναβρήκε τη λαλιά του
τη μέρα που όνομα θα του ’δινε.

Με πόση προσοχή θα στήριζε το κεφαλάκι
που ανίδεο για το αίμα της ρίζας του
περίμενε τη βάπτιση…

Έτσι ερμηνεύονται λοιπόν
τα τρία πρώτα μου φωνήεντα -
αμήχανη απόπειρα ν’ αρθρώσεις λέξη
σαν τσεκουριά Θεού στη σιωπή του πατέρα.