Εν συντομια (Χρονοθυελλα, 2012)

Αμάν αμανά τι δεινά Τα Πάθη μετά τ' Ωσανά Στο σύμπαν σας που 'ναι αχανές Ηχεί ο μικρός μου αμανές. Αμάν αμανά τι δουλειά Να σε ξεδιψά μια γουλιά Το βλέμμα της το απλανές Τα λόγια της σαν αμανές...

Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2012

Όλες, με τη σειρά σας

Του επιτέθηκε αφού τον είχε ξεμοναχιάσει. Τότε που αποκόπηκε απ’ το κοπάδι των ανθρώπων κι είχε αποτραβηχτεί στη γωνιά του κουρασμένος. Τότε που έγλειφε τις μικρές πληγές του και τον νανούριζαν οι φυσαλλίδες των εγκαυμάτων του που έσπαγαν. Ήταν η τέλεια στιγμή…το τέλειο θήραμα. Δεν την άκουσε που σύρθηκε πάνω του – μόνο εκείνο το κλικ του διακόπτη τον ξάφνιασε… Τον σπλαχνίστηκε, γι’ αυτό και του έσκισε τα σπλάχνα αμέσως. Τα νύχια της τον αγκάλιασαν στοργικά, σχεδόν ερωτικά και δεν τον άφησαν να ξανανασάνει. Από το σκοτεινό της στόμα κρεμόταν ένα κομμάτι κρέας. Το υπόλοιπο σώμα έπλεε ήρεμο μέσα στο αίμα. Μόνος θόρυβος, από τα σαγόνια που δούλευαν διαρκώς. Κι ο παλμός της καρδιάς που όλο κι εξασθένιζε μέχρι να πάψει. Από μακριά, σκοτώνοντας το σκοτάδι με τη λάμψη των ματιών τους, περίμεναν τη σειρά τους υπομονετικά οι άλλες ύαινες νύχτες.