Εν συντομια (Χρονοθυελλα, 2012)

Αμάν αμανά τι δεινά Τα Πάθη μετά τ' Ωσανά Στο σύμπαν σας που 'ναι αχανές Ηχεί ο μικρός μου αμανές. Αμάν αμανά τι δουλειά Να σε ξεδιψά μια γουλιά Το βλέμμα της το απλανές Τα λόγια της σαν αμανές...

Τρίτη, 28 Αυγούστου 2012

Το Δωδεκάθεο

Χρόνια χιλιάδες πέρασαν
και κάποιοι που δε γέρασαν
πάνω μας όταν σκουντουφλούνε
συγγνώμη πάντοτε ζητούνε.

Κάποιοι θεοί εξόριστοι
κυκλοφορούν αγνώριστοι.
Μες στους χιτώνες τυλιγμένοι,
από τ’ αμάξια τρομαγμένοι.

***

Κάναμε νονό το Δία
σ’ όλα τα ξενοδοχεία.
Άφησ’ η Ήρα το παλάτι
κι έγινε ψιλό αλάτι.

Ο Ερμής ζητά εργασία
μέσα στα ταχυδρομεία.
Κι ο Απόλλωνας μπουζούκι
γρατζουνάει σε κουτούκι.

Μέσα σε μία σταγόνα
πνίξαμε τον Ποσειδώνα.
Η Αφροδίτη, από μοντέλο,
καταλήγει σε μπορντέλο.

Η Αθηνά μες στα σχολεία
ζει ως γλαύκα στα βιβλία.
Και ο Άρης σε στρατώνα
αίμα φτύνει απ’ τα καψόνια.

Στην Πεντέλη ξεχασμένος
και ο Ήφαιστος, καμένος.
Κάπου η Άρτεμη η παρθένα
ετοιμάζεται για γέννα.

Μες στον Άδη η Περσεφόνη
με το κινητό θυμώνει
που το σήμα εκεί δε φτάνει
και η Δήμητρα τη χάνει.

Κι αν του Διόνυσου τα χείλη
έχουν γεύση χαμομήλι,
η Εστία τρώει σουβλάκι
που το έψησε στο τζάκι.

***

Σε έναν κόσμο άθεο
γυρνά το δωδεκάθεο.
Ζητιανεύει απ’ τους ζητιάνους
παίρνει μπόι απ’ τους νάνους.

Κι η Ακρόπολη στο βάθος,
δίχως φόβο, δίχως πάθος,
τους γυρνά πίσω στο χρόνο,
τότε που ’χαν ένα θρόνο...