Εν συντομια (Χρονοθυελλα, 2012)

Αμάν αμανά τι δεινά Τα Πάθη μετά τ' Ωσανά Στο σύμπαν σας που 'ναι αχανές Ηχεί ο μικρός μου αμανές. Αμάν αμανά τι δουλειά Να σε ξεδιψά μια γουλιά Το βλέμμα της το απλανές Τα λόγια της σαν αμανές...

Πέμπτη, 5 Ιουλίου 2012

Διστιχώντας

*
Της γης ο νότος κι ο βορράς κι η ανατολή κι η δύση
στην αγκαλιά μου χώρεσαν γιατί σε είχε κλείσει.

*
Να ’μουν νιφάδα του χιονιού να σου ’πεφτα από πάνω
και να ’λειωνα στον κόρφο σου αργά ως να πεθάνω.

*
Τα πόδια σου δύο λευκές πύλες του παραδείσου
που στο σκοτάδι οδηγούν εξαίσιας αβύσσου.

*
Παραμονή Πρωτοχρονιάς κι ο γέρος χρόνος πάει
σκυφτός στον τάφο του κι εκεί το νέο θα καρτεράει.

*
Μες στη βροχή φιλιόμαστε κι ο κόσμος μας ζηλεύει
που το φιλί μας πιότερο εμάς τους δυο μουσκεύει!

*
Δυο κρίνα τα χεράκια της, τριαντάφυλλο το στόμα.
Μοσχοβολάει δίπλα μου, αγιόκλημα, το σώμα.

Γι’ άλλον φυλά τα φύλλα της και τ’ άνθη της ανθίζει.
Εμένα, σαν την ακουμπώ, μ’ αγκάθια με κεντρίζει.

Μετά από χρόνια, απ’ αυτήν, σ’ ένα βιβλίο κλεισμένο
θα μείνει ένα φύλλο της, με το αίμα μου γραμμένο.

*
ιδρόγειος

Kαι φέραμε τα όνειρα ως της αυγής τη δρόσο
του ήλιου το φως δεν τ’ αγαπώ - πάνω σου θα ιδρώσω.