Εν συντομια (Χρονοθυελλα, 2012)

Μια μαντινάδα θα σου πω, και σ' όποιους θέλεις πες τη.../ το Όχι βγαίνει απ' την καρδιά, το Ναι από κώλο χέστη.

Τετάρτη, 4 Απριλίου 2012

Νύχτα

Νύχτα προσφυγοπούλα
μ’ ένα τσεμπέρι από καλώδια της ΔΕΗ τριγύρω στο κεφάλι
φούστα φαρδιά τη λεωφόρο
που την τραβούνε από πίσω κλαίγοντας
τ’ ανήλικα παιδιά της
οι μεθυσμένοι
- πώς και δε σπάσανε ακόμη, δυο αντικριστά φανάρια, τα κουμπιά της -
και μια σειρήνα ασθενοφόρου πάνω στο ύφασμα
σαν κατακόκκινο λουλούδι να ηχοποιεί το θάνατο!

Νύχτα αντίστιξη στιγμής που δεν κυλά
κι όλο στα ίδια νερά του ποταμού φιλοσοφούμε, Ηράκλειτε...
« Μες στο πλυντήριο περνά πιο γρήγορα ο καιρός
παρά πάνω στο δέρμα των ανθρώπων »,
κι αυτό είναι κάτι που το βρήκα
στα fragmenta των ρούχων μας...

Νύχτα σαρανταπεντάρι τρομοκράτη
που έριξε στα πόδια του χρόνου
να φοβηθεί
ν’ αργήσει να βγει η μέρα
σπασμένη βιτρίνα ονείρων
που με άγχος τα ρίχνουν μες στο σακούλι του ύπνου τους οι κοιμισμένοι
και όσα δεν πρόλαβαν να πάρουν θα τα βρουν
φρικτή πραγματικότητα
μες στη ζωή τους.

Νύχτα σφυρίχτρα του Άδη
που ρυθμίζει την κυκλοφορία των νεκρών
κλήση να παίρνουν για τα παράνομα παρκαρίσματα
των αναμνήσεων.
Όταν τιμωρούνται κάτω οι νεκροί
πάνω στη γη ένα παιδί βγάζει τη γλώσσα του στη γλώσσα του Θεού -
η δικαιοσύνη απονέμεται μ’ εξισωμένες αδικίες μόνον
κι αυτό θα πρέπει να το μάθει κάποτε κι ο Άτλας
τόσους αιώνες να τσακίζει τη ραχοκοκκαλιά του
υποβαστάζοντας μια γη που ολοένα την ύλη της βαραίνει -
πόσο πιο εύκολα στις πλάτες του θ’ άντεχε
την ελαφράδα της συνείδησής της...

Νύχτα ποδαρικό της θλίψης
στα γεμάτα καταστήματα της αφέλειάς μας
πόσο θα πουλήσουμε πάλι το μέλλον
όταν ανατιμάται κάθε τόσο η απαξία μιας πρόβλεψης;...

Και τι να προβλέψεις
όταν το δέντρο γίνεται χαρτί
που μ’ ένα σπίρτο εμπρηστή ανάβει
σταχτί το πράσινο να γίνει;
Πάνω στη στάχτη για να γράψεις
αδύνατον
γιατί ’ναι το εύθραυστο επιστολόχαρτο του θανάτου.
Σ’ αυτό μας αφήνει του μέλλοντός μας τις προβλέψεις του.
Τι να προβλέψεις
όταν κι η νύχτα για να έρθει
δουλεύουν κάποιοι ριφιφήδες
τρύπες ανοίγοντας στις τσέπες του απογεύματος
για να χυθούν
τα λίγα κέρματα από φως, στερνές οικονομίες της ημέρας
που ’φυγε...
Μονάχα αυτό που το γεννούμε ξέρει πώς θα πεθάνουμε.
Μονάχα αυτό που μας σκοτώνει δε μάθαμε ποτέ μας.

Νύχτα η άγνοια του σκοινιού
μέσα σε δυο ιδρωμένες παλάμες :
για παιδικό σχοινάκι
ή για θηλιά αυτόχειρα.