Εν συντομια (Χρονοθυελλα, 2012)

Πέμπτη, 10 Νοεμβρίου 2011

Από τη Δασκάλα με τα χρυσά μάτια, του Στράτη Μυριβήλη



Ταχτοποιώντας την ντουλάπα του, βρήκε πάνω στο ράφι της ένα ζευγάρι ψιλά μάλλινα γάντια της μητέρας. Ήτανε μαύρα, φίνα. Θ’ απομείναν ακουμπισμένα εκεί κάποια Κυριακή, μόλις θα γύρισε από την εκκλησία. Φύλαγαν ακόμα το σχήμα των άσπρων χεριών που ’χανε πια πεθάνει, και το ένα ήτανε με μεγάλη προσοχή μανταρισμένο γύρω από την κόπιτσα. Τα πήρε σα ζωντανά αγαπημένα ζωάκια πάνω στα γόνατά του, βάλθηκε ν’ αραδιάζει και να ταχτοποιεί τα μαύρα τους δαχτυλάκια τ’ αδειανά. Τα χάιδευε. Αναθυμήθηκε τη μητέρα του, ψηλή, κερένια μέσα στα μαύρα μεταξωτά, τα κεριακάτικά της, να τα κουμπώνει στην οξώπορτα βγαίνοντας για τη λειτουργία. Πέρασε μέσα τις άκρες των δαχτυλιώ του και χάιδεψε μ’ αυτά τα μάγουλά του. Και πάλι ένιωσε να τονε σφάζει γλυκά η ίδια ήσυχη θλίψη, κι η Μητέρα προσπέρασε σα μακρινό όραμα χαμογελαστό, φεγγερή μέσα στα τριζάτα μαύρα μεταξωτά της. Ήταν η ιλαροσύνη της Κυριακής πάνω στο άσπρο μέτωπο και στ’ ασημένια τσουλουφάκια, δεν είχε πάνω της κανένα σημάδι από τη φρίκη του θανάτου.

Άπλωσε πάλι μπροστά του τα γαντάκια. Προσπάθησε να παραμοιάσει αυτά τα χέρια με τ’ άλλα κείνα τα πεθαμένα, χιλιάδες των χιλιάδων πεθαμένα «χέρια του πολέμου». Αυτά που είδε να καβουριάζουν και ν’ απομαυρίζουνε ξυλιασμένα μέσα στο χαράκωμα, γαντζωμένα με τον τελευταίο σπασμό τους πάνω στις αγριοβραχιές και μέσα στα ξεροπόταμα, με τα νύχια τους τα σπασμένα αρπαγμένα με απελπισιά από το φόρεμα της ζωής που ξεσκιζόταν και τα ξαμολούσε. Απ’ όλο το κορμί αυτά ήταν που τελευταία παραδίνανε, νικημένα στον αγώνα. Τα ’δε να μπαλεύουνε σκληρά, ακόμα κι όταν το φως της ζωής είχε σβήσει πια στα αγγελοκρουσμένα μάτια... Ένιωσε ξαφνικά να τον μαχαιρώνει μια θλίψη οδυνηρή για όλα αυτά τα χέρια τ’ αφημένα στην Ανατολή. Χέρια –δάσος ολάκερο–, που καλούσαν από μακριά παρακαλεστικά, που μούτζωναν, που ικέτευαν, που σμίγανε σ’ αισχρά συμβολικά σχήματα. Ξεφύτρωναν μέσ’ από τις πέτρες και μέσ’ από τ’ αγκάθια, τέντωναν κατά τον ουρανό τις μαύρες γροθιές τους, ξεγδαρμένες από τα όρνια. Ο ουρανός έβρεχε πάνουθέ τους και τα λάσπωνε, ο βοριάς τα περούνιαζε, και τα τσακάλια τα ξελουρίζανε τη νύχτα και τα σέρνανε στις μονιές τους, κλαίγοντας ομάδι σα μωρά.

Αυτά δεν είχανε τίποτα πάρε-δώσε με τούτα δω τα μαλακά, τα ολοκάθαρα γαντάκια της μητέρας, με τα χεράκια της ειρήνης, που λυγούσαν ακόμα σα ζωντανά, που μοσκοβολούσανε λεβάντα και καλοσύνη, που ξέρανε να χαϊδεύουν και πέρ’ από τον τάφο.

Αναθυμήθηκε ακόμα δυο γυναικεία χεράκια, δυο φτωχά χεράκια, μόλις θα ’τανε δεκαπέντε χρονώ. Ήτανε στην Πέργαμο. Μπήκε σ’ ένα κουρσεμένο σπίτι και βρήκε μια παιδούλα-μωρό πράμα-, σκοτωμένη πάνω σ’ ένα ατλαζωτό σελτέ με κόκκινες και μαβιές ρίγες. Τα μάτια της ήταν γαλάζια, πελώρια, τεντωμένα σε μεγάλο στύλωμα. Οι κόρφοι της δεν ήταν πιο μεγάλοι από δυο μήλα. Την είχανε γδύσει ολότελα, είχανε δεμένα τα πόδια της με πολύ ανοιχτά τα σκέλια σε δυο κάγκελα κοντά στο κεφαλόσκαλο, και σαν πέρασε πάνουθέ της όλο το κοπάδι των αρσενικών αγριμιών, την κάρφωσαν χάμου, εκεί στον αφαλό, με μια παλιά μακριά ξιφολόγχη. Το σίδερο τρύπησε το παιδιάτικο κορμί, πέρασε το σελτέ και καρφώθηκε στα σανίδια. Δε χρειαζότανε τόση δύναμη. Λοιπόν τα χεράκια του παιδιού αυτού απόμειναν γαντζωμένα μέσα στο παχύ στρωσίδι και δεν τ’ άφηναν. Κρατιόνταν απ’ εκεί απελπισμένα και δεν άνοιγαν σαν πήγανε να την συμμαζέψουν από την αισχρή στάση του μαρτυρίου της. Ήταν πολλές ώρες που ’χε πεθάνει, ωστόσο η τρομάρα δεν το ’χε αφήσει κείνο το παιδί.

Ας μπορούσε να ξεκολλήσει από πάνω του όλα αυτά τα φριχτά, τα μισητά χέρια του πολέμου, που ’χανε κλειδώσει τα μαβιά νύχια τους πάνω στα ξεσκλίδια της ψυχής του και σερνόντανε πίσω του, μαζί του, ως εκεί μέσα στο σπίτι της γαλήνης...

*Ποια "μοντέρνα" ή "μετα-μοντέρνα" λογοτεχνία μπορεί να συγκριθεί μ' ένα τέτοιο κείμενο;...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου