Εν συντομια (Χρονοθυελλα, 2012)

Αμάν αμανά τι δεινά Τα Πάθη μετά τ' Ωσανά Στο σύμπαν σας που 'ναι αχανές Ηχεί ο μικρός μου αμανές. Αμάν αμανά τι δουλειά Να σε ξεδιψά μια γουλιά Το βλέμμα της το απλανές Τα λόγια της σαν αμανές...

Τετάρτη, 18 Μαΐου 2011

Krzysztof Kieślowski, Μικρή ερωτική ιστορία





Αυτό είναι έρωτας. Κι αυτό είναι τέχνη.

Από άρθρο του Δ. Δανίκα:

"Δύο οι µάγοι της Ευρώπης του 70 και του 80. Αντρέι Ταρκόφσκι και Κριστόφ Κισλόφσκι. Απάλλαξαν την οθόνη από τα δεκανίκια των διαλόγων και ευλόγησαν την κινηµατογραφική εικόνα µε την εικαστική δηµιουργία. Μπροστά από την εποχή τους, χωρίς ίχνος οπτικών εφέ και ψηφιακών επεξεργαστών.

Ποιητές και Ζωγράφοι.

Ιmmortals!

Και οι δύο της µεταπολεµικής γενιάς. Και οι δύο της εσωτερικής αναζήτησης. Και οι δύο από χώρες του «υπαρκτού σοσιαλισµού». Και οι δύο της Ποίησης και της Ζωγραφικής. Και οι δύο εγκαταλείπουν τα εγκόσµια νωρίς. Στα 54, από καρκίνο ο Ταρκόφσκι (1932-1986).

Στα 55, από καρδιά ο Κισλόφσκι (1941-1996). Ακριβώς δύο χρόνια µετά την ολοκλήρωση της τριλογίας «Τρία χρώµατα:

Μπλε-Ασπρο-Κόκκινο». Σαν θανάσιµα πληγωµένο θηρίο περίµενε την επερχόµενη κατάληξή του. Γι’ αυτό κρέµασε τη µηχανή του και γι’ αυτό αποσύρθηκε στο εξοχικό του. Εσωστρεφής και µοιραίος. Σε όλα του. Ο θάνατος έκοβε βόλτες στις ιστορίες του. Η Πολωνέζα Weronika σωριάζεται χάµω από καρδιά.

Η Παριζιάνα Veronique λάµπει και διαπρέπει. Θεέ µου, τι ευαισθησία και τι ταινιάρα «Η διπλή ζωή της Βερόνικας» (1991). Ξέρετε από ποια λεπτοµέρεια διακρίνεται ο µέγιστος από τον µέτριο; Φυσικά από τις µεταµορφώσεις. Η Ιρέν Ζακόµπ _ που στην ταινία υποδύεται και τις δύο Βερόνικες _ ήταν µια ασήµαντη γαλλίδα ηθοποιός.

Ο Κισλόφσκι τη µεταµόρφωσε σε θεά. Τοποθέτησε µπροστά της µια γυάλινη χάντρα από φο µπιζού, εκτροχίασε τον φωτισµό και µετάλλαξε το τίποτα σε ζωγραφιά. Αυτή η τεχνική του µάγου. Η οφθαλµαπάτη. Αυτό δεν κάνει και ο Ντέιβιντ Λιντς µε τις χαοτικές ιστορίες του; Με ελάχιστα εργαλεία, µια µηχανή, έναν φακό και το ντεκόρ να τα αλλάζεις όλα. Το ίδιο και µε τη Ζιλιέτ Μπινός στο «Μπλε», το ίδιο και µε τη Ζουλί Ντελπί στο «Ασπρο». Αυτή η δεύτερη ιδιαιτερότητα των µεγάλων υπογραφών. Οι περισσότεροι εξ αυτών αποθεώνουν τη Γυναίκα. Παράδειγµα ο Πέδρο Αλµοδόβαρ µε την Πενέλοπε Κρουζ. Ο Μπίλι Γουάιλντερ µε τη Μέριλιν Μονρό.

Ο Ράινερ Βέρνερ Φασµπίντερ µε τη Χάνα Σιγκούλα. Ο Αντονιόνι µε τη Μόνικα Βίτι. Ο Φελίνι µε δεκάδες. Οποιον και να πιάσεις, πάνω σ ένα σπουδαίο θηλυκό θα ξεροσταλιάσεις.

Ο θάνατος στις ταινίες του Κισλόφσκι πορεύεται µε τον έρωτα. Παλιά ιστορία. Ο Πολωνός την τροποποίησε. Στο αριστούργηµά του «Μικρή ερωτική ιστορία», µόλις 86 λεπτών, αφαιρεί τον θάνατο και αναπτύσσει το ανεκπλήρωτο. Την επιθυµία.

Τον πόθο. Το όνειρο. Την οπτασία. Φυσικά µε τη µορφή µιας λαχταριστής γυναίκας. Της απέναντι πολυκατοικίας. Πάντα επιθυµούµε αυτό που δεν έχουµε. Πάντα να µπουκάρουµε στην Τροία και να κατακτήσουµε την ωραία Ελένη. Ο Τόµεκ λοιπόν, ένα ασήµαντο αγόρι δεκαεννιά ετών, ζει µαζί µε τη γιαγιά του σ ένα µικρό, µίζερο διαµέρισµα. Μοναδική του απογείωση το µπανιστήρι. Εδώ ο Κισλόφσκι αναφέρεται στον «Σιωπηλό µάρτυρα» (Rear Window), ένα από τα κορυφαία του Αλφρεντ Χίτσκοκ. Συνάντηση γιγάντων. Ο Τζίµι Στιούαρτ καθηλωµένος µε µπανταρισµένο, από ατύχηµα, το αριστερό του πόδι. Συµβολικό αυτό. Δηλαδή σε προσωρινή ακινησία ο φαλλός του. Γι αυτό εκ του µακρόθεν µπανίζει έναν φόνο. Αφού σεξουαλικά αδρανής, τον θάνατο θα βλέπει. Ο Τόµεκ σε αντίθετη τροχιά. Γιατί νέος, ορεξάτος, ερεθισµένος. Κοινό στοιχείο και των δύο ηρώων, το «µέσο». Ο Τζίµι Στιούαρτ µε τον τηλεφακό του. Ο Τόµεκ µε τα κιάλια. Ετσι και οι δύο «σκηνοθετούν» την κατάστασή τους. Ετσι και οι δύο σαν να χρησιµοποιούν τον κινηµατογραφικό φακό. Ετσι η απόσταση του θεατή από το θέαµα, µε τη µεσολάβηση του φακού, µεταµορφώνει την πεζή πραγµατικότητα σε κάτι το φανταστικό. Αυτό το µυστήριο της 7ης Τέχνης.

Ο Τόµεκ βλέπει, λαχταράει και ερωτεύεται τη Μάγδα. Εδώ ακριβώς και η ασύλληπτη µαστοριά του Κισλόφσκι. Μεταµορφώνει την τριανταφεύγα Γκράζινα Ζαπολόφσκα σ’ ένα από τα πιο ερωτεύσιµα θηλυκά του παγκόσµιου Σινεµά. Με το τίποτα. Δηλαδή µε τον φωτισµό. Δηλαδή µε τη δαντέλα που έτσι τάχα µου τυχαία γλιστράει από τον ώµο της.

Με τα πλούσια µαλλιά της που άλλοτε κρύβουν, άλλοτε φανερώνουν τα γαλάζια µάτια της.

Με τη νωχελική νευρικότητά της. Με καθετί που φέρει πάνω της και που ο φακός και ο φωτισµός τα µετατρέπουν σε φυσικό Viagra. Ετσι η απόσταση εκτοξεύει την επιθυµία του στα ουράνια.

Ετσι ο θεατής (ο Τόµεκ φυσικά) να ορµήσει και να καταβροχθίσει το αντικείµενο του πόθου του. Ενα διακριτικό, χαµηλόφωνο, σχεδόν σιωπηλό φλερτ υγραίνει από ιδρωµένο πόθο και αβάσταχτη επιθυµία ακόµα και τους τοίχους. Μπροστά σ αυτό το αθώο µπανιστήρι, χωρίς ίχνος γύµνιας, όλες οι soft και hard core πορνογραφίες φαντάζουν σαν σάπιο κρέας που κρέµεται στα κρεοπωλεία! "

Της Ευδοξίας Κυροπούλου:

"Ο Τόμεκ παρακολουθεί με ένα μικρό τηλεσκόπιο την απέναντι γειτόνισσα του Μάγκντα. Ξέρει τις ώρες που γυρνά, τους άντρες που γεμίζουν τα βράδια της και τις πιο απογυμνωμένες μοναχικές στιγμές της. Νιώθει ότι την αγαπά αληθινά. Όταν επιτέλους θα συναντηθούν το γεγονός θα στιγματίσει η αφοπλιστικά σκληρή συμπεριφορά της Μάγκα η οποία θεωρεί ότι η προσφορά του σώματος είναι αρκετή για να ονομαστεί έρωτας. Σε λίγο οι ρόλοι θα αλλάξουν και η Μάγντα θα γευτεί τον καθυστερημένο αληθινό έρωτα αλλά θα είναι πλέον αργά. Η ταινία μοιάζει με ένα διπρόσωπο πορτρέτο του έρωτα. Ένα διπλό είδωλο μέσα σε έναν καθρέφτη. Οι δυο όψεις του έχουν τους αντιπροσώπους τους στην ταινία. Δυο ψυχές που αναζητούν ο ένας τον άλλο σε διαφορετικά στενά.

Το πριν
Ο Τόμεκ καθυστερεί στα μονοπάτια μιας ξεχασμένης αθωότητας η οποία όμως είναι προορισμένη να χαθεί έτσι κι αλλιώς. Όλη η ουσία της ζωής του μοιάζει να συσσωρεύεται στη στιγμή που ξεσκεπάζει το πορτοκαλί πανί που καλύπτει το τηλεσκόπιο. Γιατί τότε θα τη δει. Θα μοιραστεί τις στιγμές της νιώθοντας όλο και πιο κοντά της. Στην ανεμελιά της θα γελάσει, στην ερωτική της πράξη θα θυμώσει, στο κλάμα της θα τρομάξει. «Γιατί οι άνθρωποι κλαίνε; ». «Γιατί η ζωή πληγώνει»θα του απαντήσει η μητέρα του φίλου του. Είναι ένα παιδί που κρυφοκοιτά τον κόσμο των μεγάλων έτοιμος να γίνει κι αυτός μέλος του. Ζει μια αγάπη χωρίς θέλω. Μια αγάπη που μοιάζει πιο ώριμη από αυτόν. Είναι ακόμα προστατευμένος από την ρομαντικότητα του. Φοβάται να ζητήσει. Ή μάλλον του φτάνει αυτό που έχει. Το βλέμμα του είναι η έκφραση της αγάπης του και η πηγή της δύναμης του. Κοιτά για να νιώσει.
Η Μάγντα από την άλλη ζει κυνικά τη ζωή της. Προτιμά να κλείνει τα μάτια και να αναλώνεται στην ηδονή της μιας νύχτας χωρίς να αφήνεται σε κάτι πιο αληθινό. Αναζητά την ολοκλήρωση μέσα στο εφήμερο και στο τυχαίο παραμυθιάζοντας τον εαυτό της. Υπάρχουν όμως στιγμές που η αλήθεια της μοναξιάς της εισβάλλει ακάλεστη προκαλώντας της σπασμούς και πόνο. Δεν ξέρει όμως ότι εκεί έξω υπάρχει κάποιος που πονά μαζί της. Δεν το φαντάζεται γιατί έχει πάψει να πιστεύει στην πιθανότητα του. Είναι μια γυναίκα που πρόκειται να γίνει και πάλι για λίγο παιδί.

Η ανταλλαγή
Ο Τόμεκ μετά από μια παρεξήγηση που δημιούργησε θα βρει το θάρρος να της το πει. Τα λόγια που θα διαλέξει «Έκλαιγες χθες…» θα την ξυπνήσουν απότομα. Η ειλικρίνεια του θα γίνει γι’ αυτήν μια πρόκληση ώστε να του αποδείξει την δική της όψη του έρωτα. Η αποδοχή της πρόσκλησης για το πρώτο ραντεβού θα βάλει φτερά στα πόδια του Τόμεκ. Η απλή του αγάπη είναι ήδη ικανοποιημένη από αυτό. Μόνο ο μυστήριος μελαγχολικός άνθρωπος της μοίρας, όπως έχει ονομαστεί, που συντροφεύει σχεδόν όλους τους ήρωες του Δεκαλόγου θα βρεθεί στο δρόμο του, προειδοποιητικό σημάδι που δεν μπορεί να ερμηνεύσει ο πανευτυχής μικρός Τόμεκ. Είναι εκεί για να σημάνει το τέλος των δύο κόσμων όπως τους ξέρουν οι δυο ένοικοι τους και την αρχή της πτώσης τους.
Ο Τόμεκ σ’ αυτό το μοναδικό ραντεβού είναι σφιγμένος και πάλι ειλικρινής. Η αθωότητα του θα οδηγήσει τη δύσπιστη Μάγκντα να του ορμηνεύσει πως ο έρωτας έχει όρους και συνθήκες για να λειτουργήσει.. Όταν ο Τόμεκ μπαίνει επιτέλους στο σπίτι της νιώθουμε μαζί του ταραχή και αμηχανία. Είναι σαν να ανεβαίνουμε επιτέλους στη σκηνή. Αγγίζει ταραγμένος τα αντικείμενα που τόσο καιρό συντρόφευαν την φαντασία του χωρίς να ξέρει πώς να αντιδράσει. Η Μάγκντα τότε θα προσπαθήσει να του διδάξει την «τεχνική» του έρωτα. Η απότομη εισβολή της στον απροετοίμαστο Τόμεκ θα αποδειχθεί διαβρωτική και μοιραία γι’ αυτόν. Θα φύγει τρέχοντας σκοντάφτοντας στον άνθρωπο της μοίρας ,ο οποίος σφραγίζει την εμφάνιση του. Ο πληγωμένος Τόμεκ όπως στα ερωτικά παραμύθια θα κόψει τις φλέβες του. Τομές που θα κόψουν και τον έρωτα του πια. Εκείνη ακριβώς την στιγμή που θα πεθάνει ο δικός του έρωτας ο δικός της θα γεννηθεί.

Το μετά
Η Μάγντα από αντικείμενο θέασης και φαντασίωσης θα αναλάβει αυτή τον ρόλο του παρατηρητή. Το τελευταίο κομμάτι της ανήκει. Αυτή έχει φωνή. Η πανικόβλητη αποχώρηση του Τόμεκ ήταν ένα σοκ και γι’ αυτήν. Περίμενε άλλη αντίδραση και αυτή η εξέλιξη της προκαλεί ταραχή. Η θεωρία της για τον έρωτα γκρεμίζεται και χωρίς αυτήν δεν μπορεί να δικαιολογήσει τα γεγονότα πια. Της γέννιουνται αμφιβολίες και τύψεις. Αρχίζει να νιώθει έντονο το αίσθημα της ενοχής. Καταλαβαίνει πως πλήγωσε μια ψυχή για να επιβεβαιώσει το ψέμα του έρωτα που τόσο πολύ τελικά υποτιμούσε.
Από δω και πέρα ψάχνει, ανησυχεί. Επισκέπτεται το δωμάτιο του. Το αντικείμενο παρακολούθησης μπαίνει στον χώρο της παρακολούθησης. Έρχεται αντιμέτωπη με την αλήθεια του. Μπαίνει στη θέση του. Έτσι και οι δύο επισκέπτονται ο ένας τον κόσμο του άλλου. Ζητά να μάθει το όνομα του. Τον ψάχνει στη δουλειά του, ρωτά γι’ αυτόν. Όταν χτυπά το τηλέφωνο αναζητά τη φωνή του. Για μια λέξη εξιλέωσης. Μια ευκαιρία για συγνώμη. Κάθεται υπομονετικά δίπλα στο παράθυρο και με τα δικά της κιάλια, αγωνιά και προσμένει. Ερωτεύεται κι ελπίζει. Χάνει την κατασκευασμένη ηρεμία της και βιώνει συναισθήματα που είχε από καιρό ξεχάσει αλλά και νέα ικανά να την αλλάξουν.

Το τέλος
Όταν επιτέλους διακρίνει τη σκιά του πίσω απ’ την κουρτίνα θα τρέξει να τον βρει. Δεν θα καταφέρει να του μιλήσει. Η μητέρα του φίλου του θα προσπαθήσει να τον προστατεύσει. Δε θα την αφήσει να αγγίξει ούτε τις πληγές του. Τότε η Μάγντα θα κοιτάξει από το τηλεσκόπιο, απέναντι στο διαμέρισμα της και θα δει τον εαυτό της τη στιγμή της αδυναμίας της. Τη στιγμή που νόμιζε πως ήταν μόνη και πάλευε με τους φόβους και τις αγωνίες της. Αυτή τη φορά όμως ο Τόμεκ θα βρεθεί δίπλα της να της πιάσει τον ώμο κι αυτή να χαϊδέψει το μάγουλο του. Ελπίδα; Όνειρο; Ευχή ; Ότι κι αν είναι αυτή η εικόνα μας πληροφορεί πως η Μάγντα συνειδητοποιεί πόσο ο άνθρωπος χρειάζεται τον άνθρωπο για να επιβιώσει. Έχει την ανάγκη μιας σχέσης αληθινής, που να διαρκεί και να είναι εκεί για κάθε πόνο ή χαρά. Δεν ξέρουμε τι συνέβη με τον Τόμεκ, βλέπουμε όμως τα αποτελέσματα της πράξης του. Η Μάγντα δεν είναι η ίδια πια. Βρίσκει ή καλύτερα ξαναβρίσκει την χαμένη εμπιστοσύνη της στη ζωή. Γιατί μπορεί να μας κάνει να κλαίμε αλλά ο δρόμος της κρύβει μυστικά που πολλές φορές μας κάνουν και κλαίμε από χαρά.

Τέλος τηλεοπτικής εκδοχής
Η τηλεοπτική εκδοχή της ταινίας επιφυλάσσει μία πιο σκληρή έκβαση. Η Μάγντα ποτισμένη από τη χαρά της να τον ξαναδεί αντιμετωπίζει έναν Τόμεκ “ενήλικα”. Έναν Τόμεκ που δεν ονειρεύεται και ο έρωτας δεν κρύβει γι’ αυτόν την αλήθεια. Ψυχρός κι απόμακρος. Δεν μπορείς να ανιχνεύσεις κάποιο σημάδι από την παλιά του λαχτάρα όταν την έβλεπε. «Δεν σε παρακολουθώ πια». Αυτή η μόνη πρόταση που θα της πει γκρεμίζει όλες τις ελπίδες που μαζί της κι εμείς είχαμε χτίσει. Χάνει την δύναμη της. Δεν τον ορίζει πια. Βουβή βιώνει τα αποτελέσματα της πράξης της. Δεν μπορεί να τον έχει πια. Έχασε την ευκαιρία της και τώρα το μόνο που μένει είναι να προσπαθήσει να την ξαναβρεί. Αναζήτηση μακροχρόνια κι αβέβαιη. Το τέλος αυτό αντικρίζει τη ζωή με ένα πιο τελεσίδικο σκεπτικό. Ό,τι υπήρχε πέρασε και άφησε πληγή και στις δυο πλευρές. Η Μάγκντα μετανιώνει κι ο Τόμεκ μπαίνει στη ζωή των μεγάλων τραυματισμένος κι έχοντας χάσει την πίστη του στο ένα και μοναδικό που δεν έπρεπε να χάσει, την πίστη του στην αγάπη."


* Τα βίντεο είναι απο το Δεκάλογο νουμ. 6 του Κριστόφ Κισλόφσκι. Μα καλύτερα να αναζητήσετε την ταινία Μικρή ερωτική ιστορία,όπως βγήκε στους κινηματογράφους, όπου περιέχονται μερικές σκηνές αξεπέραστης ποίησης...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου