Δευτέρα 2 Αυγούστου 2010

Νίκος Καζαντζάκης, 1883-1957



Με το Νίκο Καζαντζάκη ανέπτυξα μέσα στο χρόνο μιαν πολύ ιδιότυπη σχέση.
Στην αρχή, ως ανήλικο παιδί, δεν ήθελα ούτε να τον ακούσω-ένα θρησκόληπτο οικογενειακό περιβάλλον με είχε... "πείσει" ότι επρόκειτο για έναν άθεο που αξίζει τουλάχιστον την περιφρόνησή μου.
Η σχέση μου με τη θρησκεία με τον καιρό άλλαξε δραματικά. Τα βιβλία των Θρησκευτικών του Λυκείου με είχαν οδηγήσει στην έντονη αμφισβήτηση του Θεού(ακόμη θυμάμαι, με οίκτο ομολογώ, την καθηγήτρια των Θρησκευτικών που προσπαθούσε να τα βγάλει πέρα με το επαναστατημένο μου μυαλό) κι ακολούθησαν διαβάσματα «προχωρημένα» για εκείνη την ηλικία(Σοπενχάουερ, Νίτσε, Μαρξ, Λένιν κτλ).




Μέσα σ’ έναν κυκεώνα πνευματικών αναζητήσεων μοιραίο ήταν να διαβάσω και τον "απαγορευμένο" Καζαντζάκη.
Πρώτη επαφή, με την «ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟΝ ΓΚΡΕΚΟ».
Δε θα ήθελα να κάνω καμιά παρουσίαση του έργου αυτού...
Να πω μόνο ότι είναι ως τώρα το μοναδικό μυθιστόρημα που το ρούφηξα αχόρταγα μέσα σε χρόνο ρεκόρ...

Γνήσια συγκίνηση...

Δεν έχω διαβάσει φυσικά όλη την παγκόσμια λογοτεχνία, μα μέσα μου είμαι βαθιά πεπεισμένος ότι κανένα μυθιστόρημα δε θα μπορέσει να με αγγίξει όσο αυτό το βιβλίο.
Ένιωσα μια πνευματική συγγένεια άνευ προηγουμένου με αυτόν τον άνθρωπο. Κι από τότε ως τώρα θεωρώ λειψή την εφηβεία ενός ανθρώπου που δεν έπεσε με τα μούτρα νεαρός στις σελίδες αυτού του....Μεγάλου Αιρετικού.


Το ύφος του σαγηνευτικό, η αφήγησή του συναρπαστική, οι ιδέες να χορεύουν...πεντοζάλι στις σελίδες του, οι ήρωες να ορθώνονται ολοζώντανοι στη φαντασία μου ρουφώντας όλο το αίμα της νιότης μου...


Η αγωνία του θανάτου,τ' αναπάντητα ερωτήματα,το τρυφερό του άγγιγμα στην ύλη, το φλεγόμενο πνεύμα του...

Όχι ένα βιβλίο-μα ένας Άνθρωπος...(καημένη σύγχρονη λογοτεχνία....)
Χωρίς να μπορεί κανείς να τον εντάξει σ’ ένα ιδεολογικό ρεύμα, ο Καζαντζάκης φαίνεται να συναιρεί στο έργο του συχνά αντικρουόμενες ιδεολογίες, αντιφατικές, όσο αντιφατικός στέκει κι ένας άνθρωπος στη διάρκεια του βίου του...
Μετά την ανάγνωση αυτού του βιβλίου, ήμουν ένας άλλος.

Κι αν έχω μιαν αντίρρηση σχετικά με το έργο του, ήταν πως τελικά....πίστευε, έστω κι αν ήταν με το δικό του τρόπο...



Έτσι ενδεικτικά για να τον τιμήσω λοιπόν, παραθέτω κάποια αποσπάσματα από το έργο του, όχι απαραιτήτως από τα πιο αγαπημένα μου μα απ’ όσα κατάφερα να βρω από το internet ...

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ

Πιστεύω σ' ένα θεό, ακρίτα, διγενή, στρατευμένο, πάσχοντα,
μεγαλοδύναμο, όχι παντοδύναμο, πολεμιστή στ' ακροτατα σύνορα, στρατηγό
αυτοκράτορα σε όλες τις φωτεινές δυνάμεις, τις ορατές και τις αόρατες.

Πιστεύω στ' αναρίθμητα, εφήμερα προσωπεία που πήρε ο θεός στους αιώνες
και ξεκρίνω πίσω από την άπαυτη ροή του την ακατάλυτη ενότητα.

Πιστεύω στον άγρυπνο βαρυν αγώνα του, που δαμάζει και καρπίζει την υλη'
τη ζωοδόχα πηγή φυτών, ζώων κι ανθρώπων.

Πιστεύω στην καρδιά του ανθρώπου, το χωματένιο αλώνι, όπου μέρα και
νύχτα παλεύει ο ακρίτας με το θάνατο.

«Βοήθεια!» κράζεις, κύριε. «βοήθεια!» κράζεις, κύριε, κι ακούω.

Μέσα μου οι πρόγονοι κι απόγονοι κι οι ράτσες όλες, κι όλη η γης, ακούμε
με τρόμο, με χαρά, την κραυγή σου.

Μακάριοι όσοι ακούν και χυνουνται να σε λυτρώσουν, κύριε, και λεν: «εγώ
και συ μοναχά υπάρχουμε.»

Μακάριοι όσοι σε λύτρωσαν, σμίγουν μαζί σου, κύριε, και λεν: «εγώ και συ
είμαστε ένα.»

Και τρισμακαριοι όσοι κρατούν, και δε λυγούν, απάνω στους ώμους τους, το
μεγα, εξαίσιο, αποτρόπαιο μυστικό:

Και το ένα τούτο δεν υπάρχει!




Είπα στη μυγδαλιά: «Αδερφή,μίλησέ μου για το Θεό»
Κι η μυγδαλιά άνθισε.

Γεια σου μωρέ άνθρωπε,δίποδο μαδημένο πετειναράκι!...Είναι αλήθεια ,και μην ακούς,αν δε λαλήσεις εσύ το πρωί, ήλιος δε βγαίνει...


Παππού αγαπημένε, είπα, δώσ μου μιαν προσταγή. Χαμογέλασε, απίθωσε το χέρι απάνω στο κεφάλι μου, δεν ήταν χέρι, ήταν πολύχρωμη φωτιά, ως τις ρίζες του μυαλού μου περιχύθηκε η φλόγα. -Φτάσε όπου μπορείς παιδί μου... Η φωνή του βαθιά, σκοτεινή, σα να βγαινε από το βαθύ λαρύγγι της γης. Έφτασε ως τις ρίζες του μυαλού μου η φωνή του, μα η καρδιά μου δεν τινάχτηκε. -Παππού, φώναξα τώρα πιο δυνατά, δώσ μου μιαν πιο δύσκολη, πιο κρητικιά προσταγή. Κι ολομεμιάς, ως να τα πω, μια φλόγα σούριξε ξεσκίζοντας τον αέρα, αφανίστηκε από τα μάτια μου ο αδάμαστος πρόγονος με τις περιπλεγμένες θυμαρόριζες στα μαλλιά του κι απόμεινε στην κορφή του Σινά μια φωνή όρθια, γεμάτη προσταγή, κι ο αέρας έτρεμε: -Φτάσε όπου ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙΣ παιδί μου !...

Ερχομαστε απο μια σκοτεινή άβυσσο, καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο, το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή.
Εφτύς ως γενηθούμε αρχίζει κ' η επιστροφή, ταφτόχρονα το ξεκίνημα κι ο γυρισμός,κάθε στιγμή πεθαίνουμε.
Γι' αυτο πολλοί διαλάλησαν:Σκοπός της ζωής ειναι ο θάνατος.
Μα κ' εφτύς ως γενηθούμε, αρχίζει κ' η προσπάθεια να δημιουργήσουμε,να συνθέσουμε, να κάμουμε την ύλη ζωή, κάθε στιγμή γενιούμαστε.
Γι' αυτό πολλοί διαλάλησαν:Σκοπός της εφήμερης ζωής ειναι ή αθανασία.


Ν' αγαπάς την ευθύνη. Να λές : Εγώ μονάχος μου θα σώσω τη γή: Αν δεν σωθεί εγώ θα φταίω...

Αλίμονο σε όποιον ζει στην έρημο και θυμάται του κόσμου.



Δεν υπάρχουν ιδέες - υπάρχουν μονάχα άνθρωποι που κουβαλούν τις ιδέες - κι αυτές παίρνουν το μπόι του ανθρώπου που τους κουβαλάει.


«Ε κακομοίρη άνθρωπε», είπε δυνατά, «μπορείς να μετακινήσεις βουνά, να κάμεις θάματα, κι εσύ να βουλιάζεις στην κοπριά, στην τεμπελιά και στην απιστία! Θεό έχεις μέσα σου, Θεό κουβαλάς και δεν το ξέρεις - το μαθαίνεις μονάχα την ώρα που πεθαίνεις, μα 'ναι πολύ αργά. Ας ανασκουμπωθούμε εμείς που το ξέρουμε, ας σύρουμε μπορεί να μας ακούσουν


Ελευτεριά θα πει να μάχεσαι στη γης χωρίς ελπίδα!
Θεός θα πει να κυνηγάς θεό στον αδειανόν αγέρα!


Η καρδιά του ανθρώπου είναι ένα κουβάρι κάμπιες - φύσηξε, Χριστέ μου, να γίνουν πεταλούδες!



Μπας και βρίσκεται στον πάτο της Κόλασης, Κύριε, η πόρτα της Παράδεισος;



«Μπορεί το λοιπόν ο άνθρωπος να ξεπεράσει τον άνθρωπο;» αναρωτιόταν ο παπα-Γιάνναρος. «Μπορεί, μπορεί», αποκρίνουνταν ο ίδιος, «μα μονάχα για μια ώρα, για δυο ώρες, μπορεί και για μια μέρα ολάκερη, μα φτάνει - αυτό θα πει Πυρκαγιά Θεού που οι απλοί άνθρωποι το λένε Παράδεισο».


Ολάνθιστος γκρεμός της γυναικός το σώμα.



Πυροβάτης είναι κάθε άγιος - πυροβάτης και κάθε τίμιος άνθρωπος στην Κόλαση ετούτη που την λένε ζωή.


«Στον κόσμο τούτον» συλλογίζουνταν, «θά 'σαι αρνί ή λύκος - αν είσαι αρνί σε τρων - αν είσαι λύκος τρως. Θεέ μου, δεν υπάρχει ένα τρίτο ζώο, καλύτερο, δυνατότερο»; Και μια φωνή μέσα του του αποκρίνουνταν: «υπάρχει, υπάρχει, παπα-Γιάνναρε, κάνε υπομονή. Τώρα και χιλιάδες χρόνια ξεκίνησε να φτάσει, να γίνει άνθρωπος - δεν έφτασε ακόμα. Βιάζεσαι; Ο Θεός δε βιάζεται παπα-Γιάνναρε.»


Τι θα πει λεύτερος; Αυτός που δεν φοβάται το θάνατο.


Τίποτα γενναίο δεν μπορεί ο άνθρωπος να κάμει στον κόσμο, αν δεν υποτάξει τη ζωή του σ' έναν Αφέντη ανώτερό του.


Ο δημιουργός παλεύει με ουσία σκληρή, αόρατη, ανώτερη του, κι ο πιο μεγάλος νικητής βγαίνει νικημένος. Για πάντα το πιο βαθύ μας μυστικό, το μόνο που άξιζε να ειπωθεί, μένει ανείπωτο. Δεν υποτάσεται ποτέ αυτό στο υλικό περίγραμμα της τέχνης. Πλαντούμε στην κάθε λέξη, βλέπουμε ένα δέντρο ανθισμένο, έναν ήρωα, μια γυναίκα, το άστρο της αυγής και φωνάζουμε: Αχ! και τίποτ' άλλο δεν μπορεί να χωρέσει τη χαρά μας. Όταν το Αχ! αυτό θελήσουμε, αναλύοντάς το να το μεταδώσουμε στους ανθρώπους, να το σώσουμε απο την ίδια μας τη φθορά, πως εξευτελίζεται σε λόγια αδιάντροπα, βαμμένα γεμάτα αέρα και φαντασία!...




*Ξεφυλλίζοντας το βιβλίο του "ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟΝ ΓΚΡΕΚΟ" γι' αυτό το αφιέρωμα, μετά τόσα χρόνια, ανακάλυψα πατικωμένο το τριαντάφυλλο της πιο κάτω φωτογραφίας.
Δε θυμάμαι με ποιαν αφορμή είχα ξεχωρίσει αυτό το τριαντάφυλλο.Όμως ξέρω πολύ καλά γιατί διάλεξα ν' αρωματίζει ένα από τα πιο όμορφα κομμάτια της νιότης μου.

Αυτό το αποξηραμένο τριαντάφυλλο θέλω να χαρίσω στη μνήμη σου, Νίκο...






ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ



Πριν από πολλά χρόνια... Ήταν κάποιο βράδυ Μεγάλου Σαββάτου-μια ώρα πριν απ’ την Ανάσταση. Δε θα πήγαινα στην εκκλησία. Μόνος στο σπίτι,με το ραδιόφωνο ανοιχτό μες στο σκοτάδι, άκουγα σε ραδιοφωνική διασκευή το έργο του Ν. Καζαντζάκη «Κωμωδία-τραγωδία μονόπρακτη». Στο πέρασμα του χρόνου βέβαια δεν θα κατάφερνα να συγκρατήσω τον τίτλο του έργου,μα τους κραδασμούς που μου προκάλεσε δε θα τους ξέχναγα ποτέ.
Αναρωτιέμαι ακόμη πώς και ποιος αποφάσισε ένα τέτοιο έργο να ακουστεί από το κρατικό ραδιόφωνο λίγες στιγμές πριν από τις 12....τότε που όλοι περίμεναν να εορτάσουν την Ανάσταση του Κυρίου...

Χρόνια αναζητούσα το έργο-μα οι προσπάθειές μου άκαρπες... Ώσπου μια έρευνα προσφάτως στο διαδίκτυο με διαφώτισε.
Πριν από λίγες μέρες πήγα στην Εστία και αγόρασα το τεύχος 739 της Νέας Εστίας, του Απρίλη του 1958.Το Πάσχα εκείνης της χρονιάς είχε δημοσιευθεί στο περιοδικό το εν λόγω έργο.
Αποφάσισα να το ανεβάσω στο διαδίκτυο για να το βρίσκουν κι όσοι άλλοι το ψάχνουν.Άγνωστο γιατί,δεν υπάρχει ούτε καν στις «Εκδόσεις Καζαντζάκη».

Δε θα πω πολλά λόγια. Μόνο πως το αφιερώνω σε όλους αυτούς τους σύγχρονους «λογοτέχνες» –« ποιητές» μας που αποφάνθηκαν μετά βεβαιότητος πως ο Καζαντζάκης ήταν καλός ως ανάγνωσμα της εφηβείας μας-μα για διάφορους λόγους ξεπερασμένος πια...

Έχετε μαύρα μεσάνυχτα,καλοί μου άνθρωποι...

Διαβάστε!

Κι ένα απόσπασμα από συνέντευξη του Ν. Καζαντζάκη στον
Pierre Sipriot, Γαλλική Ραδιοφωνία (Παρίσι), 6 Μαΐου 1955


"Δεν βλέπω την Κρήτη σαν ένα πράγμα γραφικό και χαμογελαστό. Αυστηρή είν' η μορφή της. Σκαμμένη από τον αγώνα και τον πόνο. Αυτό το νησί, μεταξύ Ευρώπης, Ασίας και Αφρικής, ήταν προορισμένο από τη γεωγραφική του θέση να γίνει η γέφυρα ανάμεσα σ' αυτές τις τρεις ηπείρους. Να γιατί η Κρήτη υπήρξε η πρώτη γη της Ευρώπης που δέχθηκε το φως του πολιτισμού που ήρθε από την ανατολή. Δυο χιλιάδες χρόνια πριν το ελληνικό θαύμα, ανθούσε στην Κρήτη αυτός ο μυστηριώδης πολιτισμός, ο λεγόμενος αιγαιακός, ακόμα βουβός, γεμάτος από ζωή, μεθυσμένος από χρώματα, με φινέτσα και γούστο που ξαφνιάζουν και προκαλούν τον θαυμασμό. Μάταια αντιστεκόμαστε στο ίχνος του παρελθόντος. Υπάρχει μια έκκριση, νομίζω, μια μαγική έκκριση που ακτινοβολεί από τ' αρχαία χώματα που πάλεψαν και υπέφεραν πολύ. Σαν κάτι να έμεινε μετά την εξάφανιση των λαών που αγωνίσθηκαν, έκλαψαν κι αγάπησαν σ' ένα κομμάτι γης. Αυτή η ακτινοβολία των περασμένων καιρών είναι εξαιρετικά έντονη στην Κρήτη. Σας διαπερνά μόλις πατήσετε την Κρητική γη. Ύστερα ένα άλλο συναίσθημα, πιο συγκεκριμένο, σας καταλαμβάνει. Όποιος γνωρίζει την τραγική ιστορία των τελευταίων αιώνων αυτού του νησιού καθηλώνεται όταν αναλογίζεται το λυσσαλέο αγώνα πάνω σ' αυτή τη γη ανάμεσα στον άνθρωπο που μάχεται για την ελευθερία του και στον καταπιεστή που μαίνεται για να τον συνθλίψει. Οι Κρητικοί αυτοί έχουν τόσο εξοικειωθεί με το θάνατο που δεν τον φοβούνται πια. Υπέφεραν τόσο επί αιώνες, διαπίστωσαν τόσες φορές ότι ο ίδιος ο θάνατος δεν μπορεί να τους καταβάλει, που έφτασαν στη διαπίστωση ότι ο θάνατος είναι απαραίτητος για το θρίαμβο του ιδανικού τους, ότι στην κορυφή της απελπισίας αρχίζει η σωτηρία. Ναι, είναι δύσκολο να τη μασήσεις την αλήθεια. Αλλά οι Κρητικοί, σκληραγωγημένοι από τον αγώνα, λαίμαργοι για ζωή, την καταπίνουν σαν ένα ποτήρι δροσερό νερό. «Πώς σου φάνηκε η ζωή, παππού;» ρώτησα μια μέρα ένα γέρο Κρητικό, εκατοχρονίτη, γεμάτο παλιές πληγές, τυφλό. Ζεσταίνονταν στον ήλιο, κουκουβιστός στο κατώφλι της καλύβας του. Ήταν περήφανος στ' αυτιά, όπως λέμε στην Κρήτη. Δεν άκουε καλά. Τού επανέλαβα την ερώτηση: «Πώς σου φάνηκε η μεγάλη σου ζωή, τα εκατό σου χρόνια, παππού; Σαν ένα ποτήρι δροσερό νερό» μου απάντησε. «Και διψάς ακόμα παππού;» Σήκωσε απότομα το χέρι. «Καταραμένος αυτός που πια δε διψάει» φώναξε. Αυτοί είναι οι Κρητικοί. Πώς να μη τους κάνω σύμβολο;"


Δεν υπάρχουν σχόλια: