Εν συντομια (Χρονοθυελλα, 2012)

Αμάν αμανά τι δεινά Τα Πάθη μετά τ' Ωσανά Στο σύμπαν σας που 'ναι αχανές Ηχεί ο μικρός μου αμανές. Αμάν αμανά τι δουλειά Να σε ξεδιψά μια γουλιά Το βλέμμα της το απλανές Τα λόγια της σαν αμανές...

Κυριακή, 21 Μαρτίου 2010

Μέρες, του Γιώργου Σεφέρη

ΜΕΡΕΣ Α΄


Αδύνατο να γράψω.Ώσπου να γυρίσω το φύλλο,έχω αλλάξει,έγινα άλλος.

Αυτό το αίσθημα του εφήμερου που με παγώνει,που παραλύει τις δυνάμεις μου.Ξέρω πως αυτό ήταν (και είναι) ίσως ο χειρότερος εχθρός μου.Σήμερα π.χ.,κοιτάζοντας το θλιβερό τοίχο της κάμαράς μου,ένιωσα εξουδετερωμένος,καθώς μου πέρασε η σκέψη πως θα ‘ρθει μια μέρα που δεν θα τον κοιτάζω πια.

Ο άνθρωπος είναι πάντα διπλός:εκείνος που πράττει κι εκείνος που βλέπει τον εαυτό του να πράττει,εκείνος που υποφέρει κι εκείνος που βλέπει τον εαυτό του να υποφέρει,εκείνος που αισθάνεται κι εκείνος που παρατηρεί τον εαυτό του να αισθάνεται.Όταν λέω «εγώ», τι εννοώ, το Α ή το Β; Κι αυτό δείχνει πως είναι σχεδόν αδύνατο να είναι κανείς ειλικρινής.

Η εκκλησιά,άσπρη κι αδιάφορη στην κορυφή όλων αυτών,σαν ένας γέροντας στο βάθος ενός μεγάλου κρεβατιού,όπου κάθονται,κοιμούνται,κάνουν τον έρωτα,διάφορα πρόσωπα μικρά και μεγάλα-τους γυρίζει την πλάτη και τραβά κατά το θάνατο.

Ο Νάρκισσος ήταν ένας ακίνητος άνθρωπος που έβλεπε τον εαυτό του να πνίγεται.

Πέμπτη,31 Δεκεμβρίου.Νύχτα ολόκληρου του χρόνου.Όχι,σκοπός της τέχνης δεν είναι να συγκινεί.

Αυτός είναι συγγραφέας:είναι πιο ενδιαφέρων όταν γράφει παρά όταν μιλά.

Περίεργη πίκρα να σκέπτεσαι πως και οι άλλες γυναίκες έχουν τα ίδια όργανα μ’ εκείνη που αγαπάς.Περίεργη πίκρα να σε σπρώχνει ολόκληρη η φύση σου να γράψεις και να συλλογίζεσαι πως υπάρχουν εκατομμύρια γραμμένοι στίχοι.

Ο πόθος μου να σε αγαπήσω είναι πιο δυνατός από την αγάπη μου.

Η θύμηση μου έφαγε τη μνήμη.

Κοιτάζοντας ολοένα μέσα στο ίδιο συναίσθημα, δεν ξέρεις πια αν είναι ευχάριστο ή δυσάρεστο. Προσέχεις μόνο την έντασή του…

Συλλογιζότανε πως αν η φωνή των γυναικών είχε άλλο τόνο, αν ήταν πιο ψιλή ή πιο βαθιά. μπορεί, ποιος ξέρει, η ψυχή ολόκληρη να ήταν διαφορετική, όλη μας η ευαισθησία.

Είμαι ολάνοιχτος στην ευτυχία κι η ευτυχία δεν έρχεται,όπως το μεγάλο πανί που μένει υψωμένο και αναίσθητο γιατί δεν ήρθε ακόμη ο αγέρας που θα το φουσκώσει.

Πόρτες,παράθυρα,ντουλάπια ανοίγουνε τα στόματά τους:ζούμε ανάμεσα σε άγρια θηρία.

Η ζωή είναι «τώρα»:το μέλλον,ένα φύσημα κατά πρόσωπο.

Ποτισμένα λουλούδια,υγρασία της γης,τρυφερά σύννεφα-η νύχτα που πιάνει τις στρατηγικές της θέσεις.

Και τώρα,τούτη τη στιγμή που έχω κολλημένα τα χείλια στην ψυχή μου,λες για να βυζάξω ό,τι έχει πιο σκοτεινό,νιώθω και βλέπω πως από την πιο μικρή μου ηλικία,το πράγμα που μ’ έκανε να νιώσω με άπειρη γλυκύτητα πως κάτι πολύ δικό μου δρόσιζε την καρδιά μου,ήταν πάντα (και ό,τι αγάπησα στον κόσμο,πήρε αυτή τη μορφή)
μια κίνηση χάρης,ένας ρυθμός γοητείας,μια μυστηριώδης αμίλητη αρμονία.

Ο προχτεσινός μου περίπατος προς τον Κοκκιναρά-επιθυμία να κρατήσω τη φύση όπως μια γυναίκα.

Για κοίταξε πώς οι χειρονομίες μας,οι κινήσεις,οι πράξεις,τα συναισθήματα,οι σκέψεις μαρμαρώνουν ακαριαία μόλις μπουν στο παρελθόν,σα να βυθίζουνται σε «υγροποιημένο» αέρα. Κι όλα αυτά μένουν ακίνητα,εκεί,στους αιώνες των αιώνων-τίποτε δεν μπορεί ν’ αλλάξει τη στάση τους.Γεννούμε αγάλματα κάθε στιγμή που πέρασε. Αυτό με χτύπησε σαν ένα ξαφνικό όραμα,εδώ και τρεις μέρες.Από τότε παρακολουθώ με αγωνία το μηχανισμό του.

Γράφω όπως ανοίγει κανείς τις φλέβες του.Γράφω για ν’ αναβάλω μιαν ομολογία-κάθε γραφή πρέπει να ήταν για μένα κάτι σαν την αναστολή μιας ποινής.

Τα πόδια μας μπερδεύονται στις κλωστές που δένουν τις καρδιές μας.

Αφουγκράσου τη σιωπή τώρα που τέντωσε σαν τη μεμβράνη τυμπάνου.

Ο κόσμος υφαίνει την ανυπαρξία του και παρηγοριέται,καθώς ο ποιητής γυρεύει μια στάλα αιωνιότητα για ν’ αγκαλιάσει την ψυχή του άλλου ανθρώπου.


ΜΕΡΕΣ Β΄

Το ζήτημα δεν είναι να μου πεις τι πρέπει να φάω για να γίνω βασιλιάς, αλλά τι θα γίνω τρώγοντας μπομπότα.

Χτες τ’ απόγευμα από τις 4 ως τις 7 προσπαθούσα, κοιτάζοντας τη φλόγα του τζακιού, να βρω κάτι που μένει, κάτι που στέκεται μέσα στον ίλιγγο του χαμού.Δε βρήκα τίποτε άλλο από τη φλόγα που κοίταζα.

Το Κονσέρτο που άκουσα μου κάνει την εντύπωση της ιστορίας ενός ανθρώπου που θέλει να τραβηχτεί και να στοχαστεί με την ησυχία του (το πιάνο),και δεν τον αφήνουν ήσυχο οι διάφοροι που τον ενοχλούν ή τον κοροϊδεύουν (η ορχήστρα).

Αν κοιτάξεις με πολλή δύναμη και πολλή αγάπη μια φλόγα, μπορεί να σου μάθει περισσότερα παρά αν διαβάσεις πολλά βιβλία για την εξέλιξη της ανθρωπότητας.

Θα ήθελα να φτάσω κάποτε σε μια ζωντανή γαλήνη που χαίρεται και προχωρεί και τρέφεται από την απέραντη πίκρα του ανθρώπου..…..Αλλά γιατί τάχα ένα χέρι που κρατάει έναν αγαπημένο ώμο την έχει αυτήν τη γαλήνη;…

Η αλήθεια είναι ότι ο ποιητής αντιγράφει τη ζωή από πολύ πιο κοντά παρά που τη βλέπουν οι άλλοι. Τόσο κοντά ,που το αντιγραμμένο αντικείμενο(η όψη εκ του φυσικού)διαλύεται. Ίσως γι’ αυτό οι άλλοι δεν καταλαβαίνουν. Κάποτε είδα στο μικροσκόπιο την τομή ενός αγκαθιού από αχινό. Ήταν ένα σοφό, περίτεχνο κέντημα, μεγάλο σαν ένα τάλιρο-τι είχε γίνει ο αχινός;…Όποιος είναι καθαρός, είναι ποιητής.

Χθες,Μεγάλη Παρασκευή,πήγα στον Επιτάφιο.Κάποτε να μου θυμίσεις να σου πω την ιστορία των Επιταφίων μου.Λογάριασαν πολύ στη ζωή μου.

Εδώ και δεκαπέντε μέρες βρέχει ακατάπαυστα.Αν η θεωρία του περιβάλλοντος ήταν αληθινή,θα έπρεπε οι Εγγλέζοι να είναι βατράχια.

Και μια μονάχα λέξη να είχε μια γλώσσα,ένας αληθινός τεχνίτης θα μπορούσε να φτιάξει πολλά ωραία τραγούδια.

Η μουσική δεν είναι φτιαγμένη με ήχους,αλλά με σιωπή-το υλικό του μουσικού είναι η σιωπή,γιατί αυτήν στολίζει.Και δεν τη στολίζει όπως ο ζωγράφος το πανί,με χρώματα-αλλά όπως ο γλύπτης το μάρμαρο:με εξοχές,εσοχές και τρύπες.

Ο πόνος μας είτε πρέπει να κρατιέται σιωπηλός,είτε,αν μιληθεί, να είναι για να βοηθήσει –ειδεμή, σκόρπια λόγια.

Να κάνεις ένα ποίημα είναι σα να οδηγείς στη μάχη δέκα χιλιάδες στρατό,κι ο αντίπαλος δέκα χιλιάδες,και να ξέρεις καλά πως για να νικήσεις πρέπει να σκοτώσεις όλους τους εχθρούς,αλλά,πως φτάνει να χαθεί ένας και μόνο από τους δικούς σου,για να νικηθείς.

Προτιμώ μια στάλα αίμα από ένα ποτήρι μελάνι.

Η ζεστή νύχτα πριν ένα χρόνο σαν και σήμερα-τα κουρασμένα φώτα της Αθήνας.Άνθρωποι που αγαπήσαμε,άνθρωποι που αφήσαμε,άνθρωποι που μας περιμένουν:τι μηχανή! Η αγάπη γεννά την πίκρα,η πίκρα γεννά την αγάπη κ.ο.κ., ως τη συντέλεια των αιώνων.

Το βράδυ έπιασε μια δυνατή μπόρα-κοίταζα απ’ το παράθυρο το δρόμο που γυάλιζε σαν τη ράχη δελφινιού.

Υπάρχουν όμως δύο πράγματα που με σώζουν:το πρώτο είναι η δημιουργία ,το δεύτερο μια γυναίκα κοντά μου και τούτο ίσως επειδή χωρίστηκα τραγικά στη ζωή μου, ενώ η προσήλωση έκαιε και ξέρανε κάθε άλλη τρυφερότητα,περαστική,ελεύθερη,μέσα μου.

Όλη μου η ζωή,από τότες που έγινε συνειδητή,έχει βαλθεί να με καταπολεμά.Είναι δύο οδυνηρότατοι αρχηγοί που την οδηγούν εναντίον μου. Ο ένας η αγάπη μου (ανεξαρτήτως προσώπων) και ο άλλος:τι αξίζω;τι είμαι; Βασανίζομαι και σέρνομαι,περνούν από το νου μου ένα σωρό λύσεις,ταχύτατες,με ταράζουν με τα θέλγητρά τους και χάνουνται:από το να μεταβάλω τα πάντα ως το να εκμηδενίσω τη ζωή μου με όποιον τρόπο.

….Αλλά συλλογίζομαι και τούτο ακόμη: δεν μπορώ να ξαναρχίζω διαρκώς αυτή τη γυμναστική των αποχωρισμών.

…Σου έχει τύχει ποτέ να φιλήσεις άβγαλτο κορίτσι σε μαγευτική νύχτα;Σαν την επίμονη ανάμνηση αυτής της πράξης ύστερα από χρόνια,όταν ο άνθρωπος έχει δει πολλά και γυρίζει σιγά σιγά από το πικρό ταξίδι που λέγεται έρωτας-όταν έμαθε πια πως η αγάπη δεν είναι φεγγάρι μήτε επιφωνήματα-παρά μόνο για τους γάτους-αλλά σιωπή,ασήκωτη σιωπή κάποτε,και βράχος που τον βαράει καταμεσήμερα ο ήλιος.

Η μοίρα μου,που την έφτιαξαν τόσοι αμίλητοι πεθαμένοι και τόσοι ζωντανοί,είναι ένα νέο ξανθό λεονταράκι που δείχνει τ’ άσπρα του δόντια, κι όπου ακουμπήσει τα πόδια του αφήνει ένα αιμάτινο σημάδι σαν τριφύλλι.

Στο βάθος είμαι δύο: ένα νέο παιδί τρομερά ευκίνητο, κι ένας γέρος γυμναστής πολύ σοφός που διδάσκει στον πρώτο τις ακροβασίες του.Κάποτε ο γερο-δάσκαλος κλείνει τα μάτια κι αφήνει το μαθητή του πάνω στα σκοινιά.Είναι βέβαιος πως θα ξυπνήσει τη σωστή ώρα για να τον εμποδίσει να πέσει.Ο μικρός,μόλις δει τα βλέφαρα του γέρου να βαραίνουν,ρίχνεται στις πιο επικίνδυνες ακροβασίες,βέβαιος πως ο δάσκαλος δε θ’ ανοίξει τα μάτια παρά όταν θα έχει περάσει ο κίνδυνος.Ποιος έχει δίκιο;

Έχω αναπτυχθεί σε συνάρτηση με την αγάπη.Αυτό είναι το ζώδιό μου.Δηλαδή το μεγάλο και βασικό και βαθύτερο πρόβλημα μέσα μου είναι το πρόβλημα της αγάπης.Η στάση μου απέναντι στον κόσμο είναι μια στάση αγάπης ή μη αγάπης.Ίσως γι’ αυτό αισθάνθηκα πάντα την ανάγκη κάποιου κοντά μου-που κατά κανόνα μου ‘λειψε.

Συμβουλή για τους ερημικούς ανθρώπους: Αν θες να βγεις από τη μοναξιά σου, πρέπει να τραβήξεις προς το μέρος της μοναξιάς σου κι όχι της πολυκοσμίας ή της συντροφιάς.

Αυτή τη στιγμή μου έρχεται μια ανάμνηση,25 χρόνων ίσως,από μια ρίμα που θα μου τραγουδούσε κάποια υπηρέτρια σαν ήμουν παιδί:
«Και η πόρτα της υπομονής άνοιξε μοναχή της.»
-τι καλά ειπωμένο που είναι και τι παράξενο να θυμηθώ αυτόν το δεκαπεντασύλλαβο έπειτα από τόσα χρόνια.

Έχω ακόμη την εντύπωση πως ζω σ’ ένα απέραντο ξενοδοχείο με εκατομμύρια κάμαρες-λέω πως η δουλειά μου είναι ν’ ανοίγω πόρτες και η δουλειά του καιρού ν’ ανοίγει την παραπέρα πόρτα, μια στιγμή πριν από μένα.

Όλοι μας είμαστε ντυμένοι με τις παλιές μας συνήθειες-μ’ αυτές παρουσιαζόμαστε κάτω από μιαν ορισμένη μορφή,μ’ αυτές μας αναγνωρίζει ο κόσμος, και οι φίλοι μας,και οι γυναίκες μας.Αλλά στο βάθος μας,τι γίνεται;ποιοι άνθρωποι ζουν;τι υποφέρουν;ποιος τους βασανίζει;ποιος τους ξέρει;Πες μου,ποιος;-Κανένας,ούτε κι ο εαυτός μας.

ΜΕΡΕΣ Γ΄


Σκέψη του παροδικού που σε παραλύει.Σπίτια,θάνατοι,χωρισμοί.Η ζωή του ανθρώπου είναι καμωμένη από καιρούς:καιρός να σπείρεις,καιρός να θερίσεις,καιρός της θλίψης, καιρός της χαράς,καιρός της αγάπης,καιρός της μοναξιάς.Αν το σκεφτείς έτσι,θα μπορέσεις και στη χαμηλότερη στιγμή να στηριχτείς,γιατί κι αυτή θα ανήκει σ’ έναν από τους καιρούς της ζωής σου.

Αύριο Λαμπρή.Τ’ αρνιά στο φούρνο μοιάζουν μ’ ένα απέραντο βρεφοκομείο.

Η ζωή μου είναι διαθέσιμη-κανείς δεν τη θέλει.

Όσοι αγαπούν τους ανθρώπους που έχασαν,ποτίζουν τον τάφο τους κάθε πρωί με ζεστό νερό.Γι’ αυτό στα νεκροταφεία δεν υπάρχει βλάστηση…..
Το ζεστό νερό μου θυμίζει κάθε πρωί
πως δεν έχω τίποτε άλλο ζωντανό κοντά μου.

«Άσχημα ρυθμισμένος» για οτιδήποτε.Καπνίζω όσο μου είναι δυνατό ν’ ανθέξω. Το κορμί της δε φεύγει από τη σκέψη μου,γυμνό,καίγοντας ως την ψυχή.Ξέρω την απάτη αυτής της κατάστασης και από αυτό υποφέρω περισσότερο:δεν είμαι εγώ αυτός ο άνθρωπος αγκαλιασμένος γυμνός με μια γυμνή γυναίκα,πληγωμένος από την απουσία του κορμιού αυτής της γυναίκας,του ανυπόφορα ζωντανού.Σήμερα τη νύχτα ήρθε μ’ ένα ζεστό φιλί που άρχιζε από τα γόνατα,ανέβαινε,σταματούσε,μ’ αρρώσταινε,καθώς τα μαλλιά της ήταν τυλιγμένα στη μέση μου.Φωνάζω να με βοηθήσουν άλλα κορμιά παραδομένα.Μαζεύουνται αλλά δεν προχωρούν,στέκουνται και κοιτάζουν με ένα θλιβερό ύφος νικημένου παλαιστή τα δυο μας σώματα ενωμένα ως τον πιο ανεπαίσθητο παλμό μιας μικρής φλέβας.

Ο πόνος της τωρινής στιγμής έχει γεμίσει το μυαλό μου:μια περίεργη νύχτα με παράξενο φωτισμό που σε κάνει να νιώθεις πως σκεπάζει τοπία που δε θα δεις ποτέ,πως πατάς δρόμους άγνωστους,πως αγγίζεις σώματα ζεστά από το πάθος,σφαδάζοντας,ή κρύα από την εξάντληση.Η μόνωση τυλίγεται στο λαιμό σου,τα λόγια που ακούς είναι ακατανόητα,οι θόρυβοι δεν ανταποκρίνουνται σε κανένα αντικείμενο που ξέρεις-κι αυτό που σηκώνεις με τα χέρια σου,είναι μια τρομερή παρουσία των όσων δεν μπορείς να έχεις ποτέ.

Τα γράμματά της έρχουνται και με καίνε.Η μεγάλη λάμψη κι έπειτα πάλι το σκοτάδι.



Το τραγικό στα μαθηματικά:Όποιον αριθμό τον πολλαπλασιάσεις με το μηδέν , το γινόμενο θα είναι πάντα μηδέν.

Όταν όλα σ΄αφήνουν και σου φαίνουνται ανάξια,γελοία και παράτονα,
γύρισε τρεις φορές το κλειδί,μαζέψου και ξανάρχισε να διαβάζεις Πλάτωνα.

Η ανθρωπότητα γράφει μεγάλους κύκλους που απαρτίζουνται από γενεές γενεών.Η δική μας μοίρα το θέλησε να πέσουμε σ’ ένα απειροελάχιστο τόξο αυτής της τροχιάς βυθισμένο στα κατάβαθα της νύχτας.

Κάνει πολλή ζέστη αλήθεια.Μιλάνε για 38 και 40 βαθμούς.Εντύπωση πως βρίσκεσαι μπερδεμένος μέσα στ’ άντερα ενός μεγάλου ζώου που το δέρνει ο πυρετός.Η δουλειά βαριά,το σπίτι που σε διώχνει,οι άνθρωποι γίνουνται απεχθείς-σε αηδιάζει το συναίσθημα ενός κορμιού που λειτουργεί.

Ένα τόσο μικρό κορμί
πώς άνοιξε ένα τέτοιο χάσμα
όπως τα δαχτυλίδια μιας πέτρας στο νερό
πλαταίνουν άπειρα-
όμως ανύπαρχτο το νερό.

Είτε βραδιάζει
είτε φέγγει
μένει λευκό
το γιασεμί.

Αλήθεια,τούτο το καλοκαίρι,το γιασεμί στην αυλή μου ήταν το μόνο πράγμα που μου έδωσε καθαρά και απλά το συναίσθημα της ζωής.Δύσκολο να το εκφράσει κανείς αυτό,χωρίς να δώσει-στους άλλους- την εντύπωση της συνηθισμένης ανθοκομικής αισθηματολογίας της Πλάκας.

Έλεγε ακόμη ( ο Henry Miller):
-Θα σας πω κάτι….απάνω στην ακρόπολη,ένιωσα μια τέτοια ανάγκη να επικοινωνήσω με τον θεό,που θέλησα ν’ αυνανιστώ,δεν είχα άλλο τρόπο…

Παραπονιόμουν για την αμορφωσιά κάποιου Έλληνα συγγραφέα.Με κοίταξε(ο Μαλακάσης) σχεδόν με συμπόνια, σα να του φαινότανε παιδικό το παράπονό μου. «Μόρφωση»,παρατήρησε, «τι να την κάνεις τη μόρφωση;Μήπως ο Όμηρος ήξερε τον Σαίξπηρ;»

…ημερολόγιο δεν είναι διόλου όλες οι στιγμές μας,μήτε η πεμπτουσία της ζωής μας,αλλά το σημάδι,σχεδόν τυχαίο, μιας οποιασδήποτε στιγμής,κάθε τόσο,και όχι πάντα της σπουδαιότερης.

Κοιτάζοντας το πρωί πόσο ανθρώπινο μπορεί να είναι ένα τοπίο,συλλογιζόμουνα την αντίδραση που ένιωθα πάντα ακούγοντας τη λέξη «ποιητής» με την υπερβατική έννοια που της δίνουν τόσο συχνά,σα να ήταν ο ποιητής κανένας ιππόγρυπας. Αντίδραση που μ’ έκανε ν’ αποφύγω,όσο μπορούσα,να ονομάσω έτσι εγώ ο ίδιος τον εαυτό μου, ή να ονομάσω «ποιήματα» την εργασία μου.
Ποιητής για τους περισσότερους σημαίνει άνθρωπο στο περιθώριο της ζωής, στα σύννεφα, όπως λένε, και που έχει στη διάθεσή του έναν ακατάσχετο καταρράκτη λέξεων.Πόσο δύσκολα,κάποτε,μιλά ο ποιητής,δεν το καταλαβαίνουν.


Κάθε μέρα γυρίζουμε στο σπίτι μας για να θάψουμε ένα νεκρό:μια σκέψη,ένα αίσθημα.

Πέρα από το περιβόλι ακούω ένα ραδιόφωνο.Μια φωνή διηγείται ίσως ένα παραμύθι.Έχει ένα τέτοιο τόνο τρυφερότητας,που νομίζεις πως αν την αγγίξεις θα κολλήσουν τα δάχτυλά σου.

Καθώς διαβάζω,ακούω μια μεγάλη φωνή στο δρόμο: «Όλα τα σφάζω!Όλα τα μαχαιρώνω!» Δεν μπορείς ν’ ακούσεις αμέριμνα μήτε τη φωνή που διαλαλεί καρπούζια… (1940)

Ίσως είναι πολύ πιο εύκολο να κάνεις τον έρωτα μ’ ένα δέντρο,παρά με ορισμένες «ωραίες γυναίκες».

Απόγεμα.Όπως ο φυλακισμένος που γράφει και ζωγραφίζει στον τοίχο της φυλακής του.

Χτες ή προχτές σ’ ένα εξοχικό ξενοδοχείο,στο Ξυλόκαστρο,ακούστηκαν γυναίκειες κραυγές.Σπάζουν την πόρτα και βρίσκουν μια νέα γυναίκα να συνουσιάζεται με το λυκόσκυλό της-να παλεύει για να ξεκολλήσει.Γιατρός,ένεση αναισθητική στο σκυλί:πολύ αργά,η γυναίκα πέθανε από την αιμορραγία.
Συλλογίζουμαι πολύ το σκύλο,σα μια μυθολογική παράσταση.


ΦΥΓΗ

Δεν ήταν άλλη η αγάπη μας
έφευγε ξαναγύριζε και μας έφερνε
ένα χαμηλωμένο βλέφαρο πολύ μακρινό
ένα χαμόγελο μαρμαρωμένο, χαμένο
μέσα στο πρωινό χορτάρι
ένα παράξενο κοχύλι που δοκίμαζε
να το εξηγήσει επίμονα η ψυχή μας.

Η αγάπη μας δεν ήταν άλλη ψηλαφούσε
σιγά μέσα στα πράγματα που μας τριγύριζαν
να εξηγήσει γιατί δεν θέλουμε να πεθάνουμε
με τόσο πάθος.

Κι αν κρατηθήκαμε από λαγόνια κι αν αγκαλιάσαμε
μ’ όλη τη δύναμή μας άλλους αυχένες
κι αν σμίξαμε την ανάσα μας με την ανάσα
εκείνου του ανθρώπου
κι αν κλείσαμε τα μάτια μας, δεν ήταν άλλη
μονάχα αυτός ο βαθύτερος καημός να κρατηθούμε
μέσα στη φυγή.



Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΗΣ ΑΣΙΝΗΣ
Ασίνην τε...
ΙΛlΑΔΑ


Κοιτάξαμε όλο το πρωί γύρω - γύρω το κάστρο
αρχίζοντας από το μέρος του ίσκιου εκεί που η θάλασσα
πράσινη και χωρίς αναλαμπή,
το στήθος σκοτωμένου παγονιού
μας δέχτηκε όπως ο καιρός χωρίς κανένα χάσμα.

Οι φλέβες του βράχου κατέβαιναν από ψηλά
στριμμένα κλήματα γυμνά πολύκλωνα ζωντανεύοντας
στ' άγγιγμα του νερού, καθώς το μάτι
ακολουθώντας τις
πάλευε να ξεφύγει το κουραστικό λίκνισμα
χάνοντας δύναμη ολοένα.

Από το μέρος του ήλιου
ένας μακρύς γιαλός ολάνοιχτος
και το φως τρίβοντας διαμαντικά
στα μεγάλα τείχη.
Κανένα πλάσμα ζωντανό
τ' αγριοπερίστερα φευγάτα
κι ο βασιλιάς της Ασίνης που τον γυρεύουμε
δυο χρόνια τώρα
άγνωστος λησμονημένος απ' όλους
κι από τον Όμηρο μόνο μια λέξη στην Ιλιάδα
κι εκείνη αβέβαιη
ριγμένη εδώ σαν την εντάφια χρυσή προσωπίδα.
Την άγγιξες, θυμάσαι τον ήχο της;
κούφιο μέσα στο φως
σαν το στεγνό πιθάρι στο σκαμμένο χώμα
κι ο ίδιος ήχος μες στη θάλασσα με τα κουπιά μας.
Ο βασιλιάς της Ασίνης ένα κενό κάτω απ' την προσωπίδα
παντού μαζί μας παντού μαζί μας, κάτω από ένα όνομα:
"Ασίνην τε... Ασίνην τε..."
και τα παιδιά του αγάλματα
κι οι πόθοι του φτερουγίσματα πουλιών κι ο αγέρας
στα διαστήματα των στοχασμών του
και τα καράβια του αραγμένα σ' άφαντο λιμάνι
κάτω απ' την προσωπίδα ένα κενό.

Πίσω από τα μεγάλα μάτια τα καμπύλα χείλια
τους βοστρύχους
ανάγλυφα στο μαλαματένιο σκέπασμα της ύπαρξής μας
ένα σημείο σκοτεινό που ταξιδεύει σαν το ψάρι
μέσα στην αυγινή γαλήνη του πελάγου και το βλέπεις:
ένα κενό παντού μαζί μας.
Και το πουλί που πέταξε τον άλλο χειμώνα
με σπασμένη φτερούγα
σκήνωμα ζωής,
κι η νέα γυναίκα που έφυγε να παίξει
με τα σκυλόδοντα του καλοκαιριού
κι η ψυχή που γύρεψε τσιρίζοντας τον κάτω κόσμο
κι ο τόπος σαν το μεγάλο πλατανόφυλλο
που παρασέρνει ο χείμαρρος του ήλιου
με τ' αρχαία μνημεία και τη σύγχρονη θλίψη.

Κι ο ποιητής αργοπορεί κοιτάζοντας τις πέτρες
κι αναρωτιέται
υπάρχουν άραγε
ανάμεσα στις χαλασμένες τούτες γραμμές
τις ακμές τις αιχμές τα κοίλα και τις καμπύλες
υπάρχουν άραγε
εδώ που συναντιέται
το πέρασμα της βροχής του αγέρα και της φθοράς
υπάρχουν, η κίνηση του προσώπου
το σχήμα της στοργής
εκείνων που λιγόστεψαν
τόσο παράξενα μες στη ζωή μας
αυτών που απόμειναν σκιές κυμάτων και στοχασμοί
με την απεραντοσύνη του πελάγου
ή μήπως όχι δεν απομένει τίποτε παρά μόνο το βάρος
η νοσταλγία του βάρους μιας ύπαρξης ζωντανής
εκεί που μένουμε τώρα ανυπόστατοι λυγίζοντας
σαν τα κλωνάρια της φριχτής ιτιάς σωριασμένα
μέσα στη διάρκεια της απελπισίας
ενώ το ρέμα κίτρινο κατεβάζει αργά βούρλα
ξεριζωμένα μες στο βούρκο
εικόνα μορφής που μαρμάρωσε
με την απόφαση μιας πίκρας παντοτινής.
Ο ποιητής ένα κενό.

Ασπιδοφόρος ο ήλιος ανέβαινε πολεμώντας
κι από το βάθος της σπηλιάς
μια νυχτερίδα τρομαγμένη
χτύπησε πάνω στο φως, σαν τη σαΐτα πάνω στο σκουτάρι:
"Ασίνην τε Ασίνην τε..."
Να' ταν αυτή ο βασιλιάς της Ασίνης
που τον γυρεύουμε τόσο προσεχτικά
σε τούτη την ακρόπολη
γγίζοντας κάποτε με τα δάχτυλά μας
την αφή του πάνω στις πέτρες.