Εν συντομια (Χρονοθυελλα, 2012)

Αμάν αμανά τι δεινά Τα Πάθη μετά τ' Ωσανά Στο σύμπαν σας που 'ναι αχανές Ηχεί ο μικρός μου αμανές. Αμάν αμανά τι δουλειά Να σε ξεδιψά μια γουλιά Το βλέμμα της το απλανές Τα λόγια της σαν αμανές...

Σάββατο, 11 Ιουνίου 2011

Θεοδόση Βολκώφ, ΓΙΟΥΒΕΝΑΛΗΣ Ι

"Eπ’ ευκαιρία, το κάτωθι αφιερώνεται στους τριάντα δύο – κυρίους και κυρίες, ποιητές και μη – που συνέταξαν αυτήν την έκθεση πανελληνίων εξετάσεων τιτλοφορώντας την «Τολμήστε» και που κηρύσσουν δι’ αυτής και από καθέδρας την ηθική του υποζυγίου.

Ας μην ανησυχούν· οι υπογράφοντες, ένας προς έναν, έγιναν με τον λόγο τους, όπως πάμπολλες φορές κατά το παρελθόν με τη σιωπή τους, αρεστοί σε αυτούς που όφειλαν, κατά τα πιστεύω και τις θέσεις τους, να γίνουν.

Εντούτοις, ας έχουν υπ’ όψιν τους και αυτό· η μεγάλη θεά της Ιστορίας που ακούει στο όνομα Ανάγκη, «πολύ συχνά μητρυιά, κάποτε όμως και μητέρα», δείχνει αλλά και θα δείξει πως η ηθική τους, ας είναι η κρατούσα, δεν είναι η μόνη· και η αισθητική τους επίσης."

Θεοδόσης Βολκώφ

ΓΙΟΥΒΕΝΑΛΗΣ Ι

«Ο ποιητής είναι ασφαλώς το γέννημα της εποχής του· αλίμονο όμως γι’ αυτόν αν είναι μαθητής της ή και το χαϊδεμένο της παιδί».

Friedrich Schiller




Η σήμερον – μια εποχή τυραννική·
σκλαβώνει και τους πρώτους η μορφή της
κι εμένα όλο στην τάξη με εγκαλεί,
υπάκουο θέλοντάς με μαθητή της·
τα χαϊδεμένα της υψώνει αυτή παιδιά
ώς την περιωπή της Ιστορίας
με όλα της φήμης ν’ αλυχτάνε τα σκυλιά,
ζητιάνοι μιας χυδαίας αθανασίας.

Η σήμερον – μητέρα μου φρικτή·
το πνεύμα της εντός μου φονευμένο
από τα χέρια μου, απ’ τη σκέψη, απ’τη φωνή,
από έναν βίο πολεμικό κι ερωτευμένο.
Η σήμερον – μητέρα μου οικτρή –
καμώματα, λογάκια και στολίδια,
μητρυιά είπε τη μάνα το παιδί
κι άντρας εδείχτη μέσα στα σαρίδια.

Η σήμερον – μια εποχή γυναικωτή·
αρσενικά και θηλυκά τα γύναια γύρω,
πόρνη εποχή που θέλει τιμητή
και τιμητή απ’ τα σπλάχνα μου ανασύρω.
Άλλοθεν άλλος και πηγαίνω αλλού.
Περιφρονώ κάθε ακκισμό και πορσελάνη.
Την πίστη και τη φύση του χαλκού
δουλεύω ενάντια στο γυναικομάνι.

Εγώ που υπήρξα ο πλέον τρυφερός,
στης Ιστορίας τ’ απόνερα πνιγμένος,
έγινα κι είμαι πλέον ο αυστηρός·
την τρυφεράδα μετουσίωσα σε μένος.
Αργά, με επιμονή μες στη σιωπή
σε αρχαίες φλόγες έτεινα τα χέρια,
μυώνες γέμισαν οι στίχοι κι οι ρυθμοί
και γρύπες έκανα τα μέσα περιστέρια.

Μολύνεις, κόσμε, εκείνα που αγαπώ,
τα κάνεις όμοιά σου, τα ντροπιάζεις·
να σε πονέσω θέλω – και μπορώ.
Γωνίες όλος έγινα· δεν σιάζεις
εμένα κατά πώς εσύ το θες.
Γωνίες όλος και αιχμές· αυξάνω
χτυπήματα δεχόμενος, πληγές
ανοίγοντας κι εγώ ώς να πεθάνω.

Παίρνει φωνή το αίμα και μιλά.
Παίρνει φωτιά το αίμα και προστάζει.
Η σάρκα που αιμάσσει αντιμιλά.
Ρομφαία ο Λόγος έγινε και σφάζει.
Καταντικρύ του αίσχους φοβερός.
Στον τρόμο αντιτάσσω άλλον Τρόμο.
Τον πόνο οπλίζει τώρα ο Θυμός
και ματωμένη, η Λευτεριά, τραβάς τον δρόμο.

Χύμηξα καταπάνω στον λαό
– μ’ αυτόν πριν απ’ τους τύραννους τα βάζω –
και σβέρκωσα όσους βρήκα απ’ τον σωρό
με νύχια και με δόντια. Με τον λάζο
του στίχου έγδαρα κάθε προβιά
για να φανεί του καθενός το άλλο δέρμα.
Με λόγια μελανά και πορφυρά
τίναξα μες στην εποχή το άλλο σπέρμα.

Έλα μου, άτεγκτη και αδήριτη ματιά·
διαπέρασε την εποχή σου πέρα ώς πέρα,
ματιά του λύγκα στυλωμένη στη νυχτιά,
αρνήσου· δημιούργησε τη μέρα.
Έλα μου, αμάλαγη και αφόρητη θωριά·
κι αν είσαι ο λειψός, μεγάλωσε· περίσσος
και γίνε κι άστραψε· σωπάστε, τρυφερά.
Πλήθυνε, δούλευε και χτύπα, το Άγιο Μίσος.

Σκότωσα τη ζωή μου για να πω
αυτό που όλοι σκιάζεστε ν’ ακούτε·
τράχυνα την ψυχή μου στον τροχό
της Ιστορίας, της Ανάγκης κι ούτε
κι αυτό δεν άρκεσε· και είπα «εγώ,
στρατός, λαός ολόκληρος να γίνεις».
Τον άντρα έζεψα μαζί και τον Θεό,
τα δυο καματερά μου σπρώχνει η Μήνις.

Κι έγινα ο πυρός και μελανός
κι έχτισα με τις σάρκες μου μια πίστη
και αργά ζωντάνεψε κι ο κόσμος ο νεκρός,
ψυχώθηκε, φλογίστηκε κι εσείστη.
Ύαινα ενώπιον μου η εποχή,
τα χνώτα μου στον σβέρκο της – ο τίγρης –
ένιωσε και θα νιώσει πιο πολύ.
Ευοί αναγκαία μου, φρικτή, σεμνή μου ύβρις.

Μόνη πιστή ερωμένη μου, Οργή,
– βίος πολεμικός κι ερωτευμένος –
εσύ μητέρα, θυγατέρα, εσύ αδελφή
κι εγώ από σένα ο άντρας γεννημένος.
Πυκνώνοντας, τραχύς και βλοσυρός,
αυτό που θέλω παρωθώ ή παρέλκω·
σαν τον γρανίτη, μαύρος και σκληρός,
μες στον αιώνα μου θα πέφτω – και θα στέκω.

© Θεοδόσης Βολκώφ


*Μας έφαγε όλους ο λύγκας ο Βολκώφ!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου