Εν συντομια (Χρονοθυελλα, 2012)

Αμάν αμανά τι δεινά Τα Πάθη μετά τ' Ωσανά Στο σύμπαν σας που 'ναι αχανές Ηχεί ο μικρός μου αμανές. Αμάν αμανά τι δουλειά Να σε ξεδιψά μια γουλιά Το βλέμμα της το απλανές Τα λόγια της σαν αμανές...

Τρίτη, 13 Απριλίου 2010

Οι ποιητές για την ποίηση



HOLDERLIN
Στο μεταξύ πολλές φορές μου φαίνεται
πως είναι πιο καλά να κοιμηθείς παρά να βρίσκεσαι έτσι χωρίς σύντροφο
και να επιμένεις τόσο.
Και τι να κάνεις μέσα στην αναμονή και τι να πεις;
Δεν ξέρω.
Κι οι ποιητές τι χρειάζουνται
σ’ ένα μικρόψυχο καιρό;...




ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ

Ήτανε μια φορά κάποια Πεντάμορφη
πιο διάφανη κι απ’ τις δροσιές ακόμα.
Δυο στάλες ουρανός ήταν τα μάτια της…
Μια μέρα οι ουρανοί βρεθήκαν χώμα…

Ήτανε μια φορά ένα βασιλόπουλο…
Το μύρωσεν η αγάπη η ξεγελάστρα.
Την άβυσσο,τ’ αστέρια, ο νους του χάιδευε…
Μια νύχτα δεν αντίκρισε πια τ’ άστρα…

Ήτανε κι ένας πύργος γιγαντόσωμος!
Στεφάνια είχε τα σύννεφα,τη νίκη…
Προχτές,καθώς εσκάλιζα στη θάλασσα,
ευρήκα από τον πύργο ένα χαλίκι…

Ήτανε μια φορά…Και τι δεν ήτανε…
Μα τι να πω;Τριγύρω δες τη φύση:
τόσα μεγάλα κι όμορφα,κι εχάθηκαν,
και το μικρό τραγούδι μου θα ζήσει;…

ΛΕΥΚΕΣ ΨΥΧΟΥΛΕΣ

Άρπαξα κάποιους στίχους μου στα δάχτυλα,
τους έσκισα,τους σπάραξα,ένα-ένα
τα χίλια κομματάκια τους κουρέλιασα
και τα χαρτάκια επέταξαν θλιμμένα…

Και σα λευκές ψυχούλες μου εφανήκανε…
Το τρίξιμό τους ήταν μοιρολόι!
Τρεμουλιαστές στον άνεμο εκολύμπησαν
και αγάλια εγλυκοστάλαξαν στη χλόη…

…Είναι στιγμές που πνίγομαι,που πνίγομαι,
ανοίγω το παράθυρο και μένω-
ολόβαθα σα να με στραγγαλίζουνε,
με σκίζει κάποιο δάχτυλο κρυμμένο!

Και,αχ,τα χαρτάκια τάχα δεν επόνεσαν;
Ποιος ξέρει σε ποια γλώσσα κρυφοκλαίνε…
Μα ο Πόνος τις ψυχές έχει χαρτάκια του.
…Κλάψε καρδιά μου,στίχε σπαραγμένε!…





Κ.Π.ΚΑΒΑΦΗΣ

ΦΩΝΕΣ

Ιδανικές φωνές κι αγαπημένες
εκείνων που πεθάναν ή εκείνων που είναι
για μας χαμένοι σαν τους πεθαμένους.

Κάποτε μες στα όνειρά μας ομιλούνε-
κάποτε μες στη σκέψι τες ακούει το μυαλό.

Και με τον ήχον των για μια στιγμή επιστρέφουν
ήχοι από την πρώτη ποίησι της ζωής μας-
σα μουσική, τη νύχτα, μακρυνή, που σβύνει.





ΚΩΣΤΑΣ Γ. ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ

Είμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες
κιθάρες.Ο άνεμος,όταν περνάει,
στίχους,ήχους παράφωνους ξυπνάει
στις χορδές που κρέμονται σαν καδένες.

Είμαστε κάτι απίστευτες αντένες.
Υψώνονται σα δάχτυλα στα χάη,
στην κορυφή τους το άπειρο αντηχάει,
μα γρήγορα θα πέσουνε σπασμένες.

Είμαστε κάτι διάχυτες αισθήσεις,
χωρίς ελπίδα να συγκεντρωθούμε.
Στα νεύρα μας μπερδεύεται όλη η φύσις.

Στο σώμα,στην ενθύμηση πονούμε.
Μας διώχνουνε τα πράγματα, κι η ποίησις
είναι το καταφύγιο που φθονούμε.





ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

Κι ο ποιητής αργοπορεί κοιτάζοντας τις πέτρες
κι αναρωτιέται
υπάρχουν άραγε
ανάμεσα στις χαλασμένες τούτες γραμμές
τις ακμές τις αιχμές τα κοίλα και τις καμπύλες
υπάρχουν άραγε
εδώ που συναντιέται το πέρασμα της βροχής του αγέρα και της φθοράς
υπάρχουν,η κίνηση του προσώπου στο σχήμα της στοργής
εκείνων που λιγόστεψαν τόσο παράξενα μες στη ζωή μας
αυτών που απόμειναν σκιές κυμάτων και στοχασμοί
με την απεραντοσύνη του πελάγου
ή μήπως όχι δεν απομένει τίποτε παρά μόνο το βάρος
η νοσταλγία του βάρους μιας ύπαρξης ζωντανής
εκεί που μένουμε τώρα ανυπόστατοι λυγίζοντας
σαν τα κλωνάρια της φριχτής ιτιάς
σωριασμένα μέσα στη διάρκεια της απελπισίας
ενώ το ρέμα κίτρινο κατεβάζει αργά
βούρλα ξεριζωμένα μες στο βούρκο
εικόνα μορφής που μαρμάρωσε με την απόφαση μιας πίκρας παντοτινής.
Ο ποιητής ένα κενό.




ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ
Τώρα ανεβαίνω σε μιαν άμαξα απ’ αυτές που διασχίζουν
τον ύπνο μου
και δραπετεύω.Θα με ξαναβρείτε στα ωραιότερα ποιήματα του άλλου αιώνα
να νοσταλγώ τον Θεό.

Κι είδα τ’ ανοιχτά παράθυρα
σαν μεγάλα βιβλία της ερημιάς
όπου διάβασα το ποτέ και το τίποτα.
Κι έπρεπε εγώ από αυτό το ποτέ και το τίποτα
να φτιάξω μια ποίηση για πάντα.

Κι η ποίηση είναι σα ν’ ανεβαίνεις μια φανταστική σκάλα
για να κόψεις ένα ρόδο αληθινό
.



ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

Κοιμάται πιο βαθιά κείνος που έχει περιβραχεί απ’ την Ιστορία
Μπρος μ’ ένα σπίρτο ας την ανάψεις σαν οινόπνευμα
Ποίηση μόνον είναι
Κείνο που απομένει.Ποίηση.Δίκαιη και ουσιαστική κι ευθεία
Όπως μπορεί και να την φαντασθήκαν οι πρωτόπλαστοι
Δίκαιη στα στυφά του κήπου και στο ρολόι αλάθητη.

Κατά τ’ άλλα,τρώω περγαμόντο για να ξημερώσει
και γράφω ποιήματα ώστε να ερωτεύομαι σωστά.

Γρατζουνάει το πρώτο σου φιλί, όπως το πρώτο σου ποίημα.
Κι είναι οι δύο αυτές αγριμάδες που,αν συμπέσουν και κάνουν καινούργιο φεγγάρι,
μπορεί να ξαναγραφτεί απαρχής η ιστορία του κόσμου.

Οι κακοί ποιητές τρέφονται από τα γεγονότα,οι μέτριοι από τα αισθήματα και οι καλοί από τη μετατροπή του τίποτε σε κάτι.Το εκ του μη όντος ον λογαριάζει.

Τον κορυδαλλό τον ακούς μόνο όταν δεν τον βλέπεις,όπως την έμπνευση τη βρίσκεις μόνον όταν δεν την κυνηγάς.

τις νύχτες που μιλάω σα ν’ ανασκαλεύω αστερισμούς
πάνω στη θράκα την επάνω
μια στιγμή σχηματίζεται η όψη που θα μου έδινε ο Θεός
αν ήξερε
πόσο η γη στ’ αλήθεια μου κοστίζει σε απόγνωση
σε διάφορα ψιθυρισμένα μες στη νύχτα «επέπρωτο»
σε κυπαρίσσια αιωνόβια σαν ποιήματα
που ζητώντας να φκιάσω απραγματοποιήθηκα.





ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ

ΡΟΜΑΝΤΙΚΟΣ ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Μη με διαβάζετε όταν δεν έχετε
παρακολουθήσει κηδείες αγνώστων
ή έστω μνημόσυνα.
Όταν δεν έχετε
μαντέψει τη δύναμη
που κάνει την αγάπη
εφάμιλλη του θανάτου.
Όταν δεν αμολήσατε αητό την Καθαρή Δευτέρα
χωρίς να τον βασανίζετε
τραβώντας ολοένα το σπάγγο.
Όταν δεν ξέρετε πότε μύριζε τα λουλούδια
ο Νοστράδαμος.
Όταν δεν πήγατε τουλάχιστο μια φορά
στην Αποκαθήλωση.
Όταν δεν ξέρετε κανέναν υπερσυντέλικο.
Αν δεν αγαπάτε τα ζώα
και μάλιστα τις νυφίτσες.
Αν δεν ακούτε τους κεραυνούς ευχάριστα
οπουδήποτε.
Όταν δεν ξέρετε πως ο ωραίος Modigliani
τρεις η ώρα τη νύχτα μεθυσμένος
χτυπούσε βίαια την πόρτα ενός φίλου του
γυρεύοντας τα ποιήματα του Βιγιόν
κι άρχισε να διαβάζει ώρες δυνατά
ενοχλώντας το σύμπαν.
Όταν λέτε τη φύση μητέρα μας και όχι θεία μας.
Όταν δεν πίνετε χαρούμενα το αθώο νεράκι.
Αν δεν καταλάβατε πως η Ανθούσα
είναι μάλλον η εποχή μας.
ΠΡΟΣΟΧΗ
ΧΡΩΜΑΤΑ.
Μη με διαβάζετε
όταν έχετε δίκιο.
Μη με διαβάζετε όταν
δεν ήρθατε σε ρήξη με το σώμα.

Ώρα να πηγαίνω
δεν έχω άλλο στήθος.




ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ

Γυναίκες,κυρίως αναγνώστριες, δηλώνουν συγκινητικά,τιμητικά:οι στίχοι σας μας άλλαξαν τη ζωή.Μακάρι,απαντώ,να είχαν αλλάξει και τη δική μου.Ωστόσο πιστεύω ότι η ποίηση βοηθάει,όσο το κερί που ανάβουμε μπαίνοντας σ’ ένα έρημο καταργημένο ξωκλήσι, με φευγάτους όλους τους αγίους.Ωφελεί όσους την αγαπούν,επειδή βρίσκουν εντός της μικρά κομματάκια από σκισμένες φωτογραφίες του ψυχισμού τους.Περισσότερο και πιο σωστά ωφελεί εκείνους που πιστεύουν στη μαγεία της.Που δεν θέλουν να θέσουν τον δάκτυλό τους επί τον τύπον της κατανόησής της.Ωφελεί,υπερκόσμια,εκείνον που την ασκεί και μόνον κατά τη διάρκεια της άσκησης,επειδή τότε μόνον τον βγάζει από το σώμα του,τον σταθεροποιεί σε μιαν αιώρηση απ’ όπου αυτός παρακολουθεί,σαν σε χειρουργείο,τον προσωρινό θάνατο της μικρότητάς του.Ωφελεί κυρίως τη γλώσσα.Την περισυλλέγει από τους μεγάλους κάδους της βιασύνης και τη μεταγγίζει με σέβας στο τόσο δα μπουκαλάκι του αγιασμού,μια γουλιά,όσο ακριβώς χρειάζεται να πιει η ουσία.Τέλος, η ποίηση ωφελεί όσο μια παυσίπονη σταγόνα σε έναν ωκεανό λύπης.Δεν είναι λίγο.