Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΠ' ΤΙΣ ΠΕΖΕΣ ΔΙΑΒΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΠ' ΤΙΣ ΠΕΖΕΣ ΔΙΑΒΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 2013

Ενθίμιον Ιοανηνον

Ανοιγμένα στόματα τάφων στο κρεβάτι της,ανήμερα της εθνικής επετείου.Πάνω από τα χάρτινα μνήματα έσκυβε να βρει τον πατέρα της...
Έπεσε πάνω σε άλλα, από διαλυμένους γάμους,γερασμένα βαφτίσια,σαραβαλιασμένες εφηβείες,χρόνια εμπόλεμα,χρόνια ειρηνικά, που όλα εξίσου βομβάρδισαν το πρόσωπό της.
'Ωσπου το μάτι έκοψε,ξυράφι, ο νεκρός της πατέρας...



...να της ισιώνει τις ρυτίδες από ένα τσαλακωμένο χαρτί.

"Ενθίμιον Ιοανηνον 17/2/1941", όπως πιστοποιούσε στην καμπουριασμένη πλάτη της η φωτογραφία.


Μια ανορθογραφία τρυφερή,ένα γνέψιμο παρηγοριάς από τ' αμείλικτα γράμματα, ένας ίλιγγος γραμματικής στ' ανακατεμένα της σπλάχνα.

Την άφησα νιογέννητη στην αγκαλιά του ,να πολεμά τον εισβολέα Χρόνο.

Στο ύψωμα της μνήμης κυμάτιζε κουρελιασμένος ο θάνατος.

*Στη φωτό ο παππούς μου Δημήτρης Κοπανάς.

Σάββατο 10 Νοεμβρίου 2012

Τα άπλυτα του πλήθους

Άνθρωποι σταματημένοι κάτω απ’ το μικροσκόπιο, μεγεθυσμένοι στις μικρότητές τους, οξειδωμένοι από τις ίδιες τις αναπνοές τους, απόβλητοι του Παράδεισου σαν πέτρες απ’ την ουρήθρα του Θεού, άνθρωποι από ανακυκλωμένες σερβιέτες της Εύας, μεταλλαγμένο είδος από τα ζώα του Νώε, άνθρωποι τρίζοντες σαν το σκοινί του Ταρζάν, εφαρμοστοί της ανίας σαν το μπικίνι της Τζέην, άνθρωποι - κόμικς, καρικατούρες των πιθήκων, στο άναμμα του παροξυσμού, στην αστραπή του οργασμού και στο σκοτάδι το απόλυτο της μήτρας, άνθρωποι στα χέρια της μαμμής και από εκεί στην κούνια, στο κρεβάτι, στην κολυμβήθρα, στη στράτα, στο θρανίο, στο αυτοκίνητο, στο τανκ, στη νεκροφόρα - στο γραφείο μες στο κοστούμι τους, στη ζωή μέσα στο σάβανό τους - άνθρωποι αεικίνητοι που δεν προλαβαίνουν, άλλοτε πάλι μεταλλικοί περιμένουν, βιδώνονται μέσα στο χώμα κι αντί γι’ άνθη φτύνουνε συνδετήρες, άνθρωποι με το ακουστικό στο χέρι, με το τσιγάρο στο στόμα, με την Τι-Βί στα μάτια, με τον καφέ στο μπρίκι, με το λίπος της μέρας στο δέρμα, με το υπέρβαρο της αηδίας στη ζυγαριά, άνθρωποι του γλυκού νερού, του γλυκού του κουταλιού, λειωμένοι απ’ την πατούσα όσων τους πέρασαν, πετρωμένοι από τα βλέμματα όσων τους φτάνουν, άνθρωποι-μπανανόφλουδες της ίδιας της ευτυχίας τους, έμπειροι της αφέλειας αλλά πρωτάρηδες στο κάθε τέλος, άνθρωποι χλομοί, πουδραρισμένοι με τις μαύρες σκέψεις τους, ρατσι- στές από καταβολής χιονιού, άνθρωποι-κάτοχοι ταυτοτήτων, διαβατηρίων, εκλογικών βιβλιαρίων, βιβλιαρίων τραπέζης, πτυχίων, πιστοποιητικών γεννή- σεως και γάμου - όμως ποτέ και του θανάτου τους - με τίτλους κατοχής του φεγγαριού αλλά κι ακτήμονες του ήλιου, δικαιούχοι ενσήμων, μισθών, συντάξεων, επιδομάτων, δικαιούχοι και των τάφων τους, ενδεείς εκπλήξεων, αδαείς θαυμάτων, θηράματα θυρών - θύρα οικίας, θύρα σχολείου, θύρα δουλειάς, θύρα νοσοκομείου, θύρα και νεκροταφείου - γι’ αυτό εκπαραθυρωμένοι κι από τα τσίρκα - άνθρωποι με το μέτρο, υπέρμετρα μέτριοι, απείρως μηδαμινοί, απίστευτα προβλέψιμοι, σερβιτόροι των αισθήσεών τους, δυνατοί αχθοφόροι των αδυναμιών τους, αμασκάρευτοι υποκριτές των εαυτών τους, αιωνίως ξενοδόχοι των καλών στιγμών τους, άνθρωποι - εφιάλτες ακόμη και για τον ύπνο του Διαβόλου, άνθρωποι, άνθρωποι, άνθρωποι…με απανθρακωμένη ανθρωπιά, γκρίζες μουντζούρες στη σταχτοθήκη που πετάει τις τελειωμένες γόπες της η Ιστορία!

Παρασκευή 9 Νοεμβρίου 2012

“Παρακαλώ, ο επόμενος...”

Στην αρχή στο μετρό - να μεταγγίζεσαι με μια σήραγγα σκότους. 
Κι ύστερα, απ’ τις κυλιόμενες σκάλες να σου προσφέρεται τυπικά ένα κέρασμα ουρανού. 
Η θέα του κτηρίου να σου κόβει τα πόδια. Πόσος καιρός πέρασε από τότε που της έδενες ένα κόκκινο μπαλόνι στο προσκέφαλό της;... 
Αντί για την Αχερουσία πρέπει να περάσεις - και πάλι - τη λεωφόρο.Και τ’ ανθρωπάκι, πάντα στο κόκκινο - υπόμνηση του στάσιμου αίματος;... 
Μέσα, ερείπια που παλεύουν για την αναστήλωσή τους...μαντήλες που επιμελώς κρύβουν τα πεσμένα μαλλιά, πούδρες να μη μαρτυρούν την αρρώστια και χαμόγελα μιας οικειότητας που συνδέει πάντα τους μελλοθάνατους. 
Στην άκρη σε μια πολυθρόνα ένα κερί με τα χέρια παρατημένα στα γόνατα, με τα μάτια επάνω σου καρφωμένα..., ένα βλέμμα νεκρού πατέρα να σε ξαναστεριώνει σ’ έναν γκρεμισμένο κόσμο. 
Ο διάδρομος μακρύς, σαν για να παρατείνει το περπάτημά σου μέσα στην άγνοια. 
Ο αναπάντεχος λόγος από τον Κέρβερο: “Νομίζω σας ξέρω. Μήπως κάποτε νοσηλευόσασταν στον τέταρτο;” “Μάλλον κάποτε σε πήρα απ’ τον κώλο, γι’ αυτό δε με θυμάσαι καλά”, θες ν’ απαντήσεις, μα αρκείσαι να χαμογελάσεις σε μιαν επίδειξη προσβεβλημένης υγείας.... 
Κι έπειτα πάλι αυτή, η άλλη, η πάντα ίδια, η τόσο διφορούμενη φωνή που ολοένα και δυναμώνει στ’ αφτιά του καθενός: “Παρακαλώ, ο επόμενος...”

Πέμπτη 8 Νοεμβρίου 2012

Σκυλίσια ζωή

Οι ώρες με γαβγίζουν συνεχώς και μ’ αναγκάζουν να προχωρώ μέχρι να βγω από μέσα τους. Μ’ ένα λουρί σέρνω πίσω μου το ψόφιο παρελθόν και μ’ ένα άλλο με σέρνει μπροστά το λυσσασμένο μέλλον. Πού καιρός για να γλείψεις ένα κόκκαλο παρόντος…Και γύρω σου ν’ αλυχτούν άλλες αδέσποτες ζωές, γιατί ο μπόγιας ολοένα πλησιάζει.

Τετάρτη 7 Νοεμβρίου 2012

Το ράφι

Το βάρος των βιβλίων το λύγιζε στη μέση. Ένιωθες πως έφτανε ακόμη και το ελάχιστο της σκόνης να προστεθεί, για να σπάσει. Γι’ αυτό ξεσκόνιζες τακτικά, με μια τρυφερότητα σαν σε περίθαλψη αρρώστου το καταπονημένο ξύλο. Κάποιες φορές το παρατηρούσες προσδοκώντας το μοιραίο να συμβεί. Αλλά απέστρεφες το πρόσωπό σου γρήγορα, μην το επιβαρύνεις με το βλέμμα σου. Τα βράδια ήσουν σίγουρος πως τα βιβλία έχαναν τις λέξεις τους για να το αλαφρώσουν και ν’ αντέξει την επόμενη μέρα. Δεν τ’ άνοιγες, λες και φοβόσουν μήπως κάποια φορά δεν επέστρεψαν στη θέση τους.
“Αν πεθάνω, τι θ’ απογίνει;...Ποιος θα το ξεσκονίζει; Και ποιος θα βρει το θάρρος να κοιτάξει επιτέλους μέσα στα βιβλία;...” 
Κοιμόσουν και σε ξεφύλλιζε ο ύπνος. Κοιμόσουν και σε λύγιζαν τα όνειρα. Κοιμόσουν και σ ’ έσπαγε στα δυο η νύχτα. Και το πρωί, όταν σηκωνόσουν κυρτωμένος, έπρεπε να υψώσεις το βλέμμα σου ως το ράφι, για να ισιώσεις.

Τρίτη 6 Νοεμβρίου 2012

Σε ίδια μοίρα κλίσης

Βγαλμένα έντερα ζώου, μπερδεμένα, τα καλώδια του handsfree...Πάνω τους τ’ αμήχανα χέρια, εκτεθειμένα σε αδιάκριτα βλέμματα. Ο ήχος της κλήσης επισπεύδει τις κινήσεις, επιτείνει τη σύγχυση... Τ’ ακουστικά τραμπαλίζονται σαν δυο χειρολαβές πάνω από κουλό επιβάτη. Ο θόρυβος του τρένου επικαλύπτει λυτρωτικά το επίμονο κάλεσμα. 
Κι ύστερα να σ’ ευεργετεί μια φωνή αφύπνισης: 
«Παρακαλούνται οι επιβάτες να προσέχουν τα προσωπικά τους αντικείμενα.» 
Σε κοιτούνε καχύποπτα όλοι. Κι ο ιδρώτας στο μέτωπο, το μόνο που εσύ έχεις να χάσεις. 
Ελάττωση ταχύτητας… σώματα γερμένα μπροστά, σε ίδια μοίρα κλίσης, σαν να υπακούν σ’ ένα πρόσταγμα επίθεσης. «Επόμενη στάση...Ομόνοια». Τι κι αν αδειάσαν τα καθίσματα;... μέχρι να κάτσεις, θα ’χεις κι εσύ σηκωθεί. Κι ας πας στο τέρμα. 
Τα καλώδια επιτέλους κρεμασμένα γύρω απ’ το λαιμό, τακτοποιημένα, υποταγμένα. Έχεις βγει στο φως. Μα ο ήλιος φρενάρει απότομα πάνω στα τζάμια. Ασθενές σήμα της Άνοιξης. 
Απορρίπτεις την κλίση.

Δευτέρα 5 Νοεμβρίου 2012

Μ’ όλα τα χωρίς σου...

Το σχολείο που διδάσκω είναι ακριβώς απέναντι απ’ το σχολείο που μαθαίνω να μετράω τις μέρες μ’ όλα τα χωρίς σου. 
Κάνω μάθημα έχοντας τη δυνατότητα να κοιτώ απ’ το παράθυρο κλεφτά προς τα μνήματα, μαντεύοντας κατά πού πέφτει ο τάφος σου. 
Δεν έχω διδάξει υπερσυντέλικο χωρίς να σε σκεφτώ...
Κάποιες φορές σηκώνεται ένα απαλό αεράκι που περνά μέσα στην αίθουσα, παίρνει τα χαρτιά μου, ξεφυλλίζει τα βιβλία των μαθητών, ανασηκώνει το χάρτη και σταματά μπροστά στα πόδια μου σαν υπάκουο σκυλί. Κάνω πως δεν καταλαβαίνω και συνεχίζω το μάθημα. 
Χθες τ’ απόγευμα, καθώς έφευγα απ’ το σχολείο και το φως ήταν κουρελιασμένο απ’ τις λόγχες των κυπαρισσιών, πάνω στη γέφυρα του τρένου, σκαρφάλωσε το γοερό κλάμα μιας μαυροφορεμένης που ’χε πέσει πάνω στ’ άσπρα μάρμαρα της ψυχής της. Έκανα και πάλι πως δεν κατάλαβα και συνέχισα το δρόμο μου. 
Αύριο όμως, όπως θα περνάω και πάλι μπροστά απ’ την πόρτα του νεκροταφείου και δε θα στρίβω το κεφάλι, καθώς θ’ ανεβαίνω τις σκάλες της γέφυρας και δε θ’ ακούω τίποτε, καθώς θα κάνω μάθημα με όλα τα παράθυρα κλειστά, καθώς θα βλέπω τη φωνή σου να τρυπά το αόρατο, αύριο λοιπόν φοβάμαι πως πρώτα θα τρέξουν τα δάκρυα να μου ευχηθούν – γιατί, τουλάχιστον αυτά, θα καταλάβουν...

Κυριακή 4 Νοεμβρίου 2012

Όνειρο α΄

Μεσημέρι με τη ζέστη ν’ αχνίζει. Σε μια παραλία τροπικού νησιού ερημική. Με το νερό της θάλασσας ως το λαιμό. Δεν κολυμπώ. Κοιτώ στο βάθος ένα κάτασπρο καράβι. Με μαγνητίζει . Σα να έχει κάτι αλλόκοτο, μεταφυσικό αυτό το πλοίο…Δε διακρίνω – λες κι η απόσταση θα μπορούσε να το επιτρέπει – κανέναν επιβάτη επάνω του. 
Γυρνώ πολύ αργά προς την ακτή. Μακριά, σε μιαν αποβάθρα, ένας ντόπιος ψαρεύει. 
-Τι είναι αυτό το καράβι; τον ρωτώ. 
-Αυτό το καράβι βγαίνει όποτε τ’ άλλα καράβια δεν πρέπει να βγουν στ’ ανοιχτά, μου απαντά. Όποτε είναι να ξεσπάσει μια μεγάλη θαλασσοταραχή, ξεκινά το ταξίδι του, για να το δουν οι ναυτικοί και να μην ταξιδέψουν. Το ίδιο όμως καταποντίζεται από την τρικυμία που έχει προαναγγείλει στους άλλους. Κι όταν είναι να έρθει η επόμενη φουρτούνα, τότε ανασύρεται μόνο του από τον βυθό και ξαναξεκινά το ταξίδι του… 
«Τότε θα πρέπει κι εγώ ν’ αναβάλω το ταξίδι μου», αναλογίζομαι. 
Δεν προλαβαίνω να τελειώσω τη σκέψη μου και ξαφνικά η θάλασσα, μ’ ένα υπόκωφο βουητό και ασύλληπτη ταχύτητα, τραβιέται όλη προς τα μέσα και με αφήνει γυμνό, πάνω σε μιαν απέραντη έκταση λασπωμένης άμμου. 
Αρκετά ως εδώ. Διακριτικά τραβώ τη χρυσή αμμουδιά που για λίγο απλώθηκε κάτω απ’ τα πόδια σας, για να σας τη μετατρέψω πάλι σ’ ένα κομμάτι χαρτί που απλώνεται κάτω από τα μάτια σας. Μπορείτε να ξαναγυρίσετε στη ζωή σας.

Σάββατο 3 Νοεμβρίου 2012

Όνειρο β΄

Σκυμμένος στο γραφείο μου. Απελπισμένος που δεν μου βγαίνει ένα ποίημα. Από το πουθενά μου παρουσιάζεται ένας όμορφος νέος , ντυμένος μ’ ένα εκτυφλωτικά λευκό κοστούμι και μου λέει: 
-Θες να γράψεις το καλύτερο ποίημα όλων των εποχών; 
-Φυσικά…, του απαντώ. 
-Θα σε βοηθήσω εγώ. Μόνο που …αυτό το ποίημα πρέπει να εξυμνεί εμένα. Το Κακό. 
-Ποιος είσαι; 
-Ο Διάβολος. 
Έκπληξη. Σα να μην τον πιστεύω. Άλλην εικόνα είχα σχηματίσει για τη μορφή του. 
-Δέχεσαι; 
-Ναι! του απαντώ. 
-Συνέχισε λοιπόν το γράψιμο. Θα ξανάρθω όταν θα έχεις τελειώσει - να μου το δώσεις. 
Φεύγει. Ξεκινώ το γράψιμο. Το μολύβι πάνω στο χαρτί λαχανιάζει, δεν προλαβαίνει τη σκέψη μου. Οι στίχοι όλοι φεγγοβολούν τελειότητα. Προσπαθώ να τους αποστηθίσω όπως τους γράφω.(Για να τους διασώσω μόλις ξυπνήσω;…Δυστυχώς δεν κατάφερα να θυμηθώ ούτε λέξη…) Τελειώνω έχοντας γράψει αρκετές σελίδες. Είμαι σίγουρος πως κρατώ στα χέρια μου το καλύτερο ποίημα που έχει γραφτεί ποτέ. Δε με πειράζει που εξυμνεί το Κακό…Το μόνο που σκέπτομαι είναι να μην έρθει ο άλλος και μου το πάρει. Το κρύβω αμέσως μέσα σ’ ένα κουτί. 
Ευθύς εμφανίστηκε, χαμογελαστός, με τα χέρια του δεμένα πίσω στην πλάτη. 
-Τέλειωσες; με ρωτά ειρωνικά. 
-Ναι…,απαντώ προσπαθώντας να μη δείχνω τρομαγμένος. 
-Πού είναι; 
-Δεν ξέρω…,το έχασα. 
-Προσπαθείς να με ξεγελάσεις, ε;….Αυτό δεν είναι; λέει γελώντας τρανταχτά και φέρνει τα χέρια του μπροστά κουνώντας τις σελίδες με το ποίημα!… 
Έκπληξη…Μα αφού το είχα στο κουτί…. 
-Θα δεις τώρα ποια θα είναι η τιμωρία σου…, μου λέει με ύφος γλυκό. 
-Άρχισε να μου το διαβάζεις λοιπόν…,και μου δίνει τα χαρτιά στο χέρι. 
Τρέμοντας από τον φόβο, αρχίζω να διαβάζω μεγαλόφωνα. Σιγά - σιγά, παρατηρώ πως ο εμφανίσιμος κύριος αρχίζει ν’ αλλάζει πρόσωπα, να παραμορφώνεται - σαν να ’ναι από την ευχαρίστησή του στο άκουσμα του ποιήματος - ενώ ταυτόχρονα κάθε φορά που τελειώνω την ανάγνωση ενός στίχου, το χαρτί καίγεται στην ευθεία αυτού του στίχου. Επιταχύνω την ανάγνωση, φοβάμαι μη μου κάψει τα χέρια, οι φλόγες τρέχουν πάνω στο αριστούργημα όλων των αιώνων, ενώ παρατηρώ έντρομος τις τρομαχτικές αλλαγές στη μορφή του - δράκος με πύρινες φλόγες από το στόμα, θηρίο άγριο και στο τέλος της ανάγνωσης…, καπνός. 
Έχω μείνει μόνος, με σωριασμένη μπροστά μου τη στάχτη απ’ το καλύτερο ποίημα του κόσμου. «Αυτή ήταν η πρώτη και τελευταία φορά που ακούστηκε», συλλογίζομαι. Αυτή ήταν και η τιμωρία μου.

Πέμπτη 1 Νοεμβρίου 2012

Εγώ κι οι λέξεις μου

Δεν έχω άλλο φίλο από τις λέξεις μου. Μα ούτε κι εχθρό μου. Μ’ αυτές θυμώνω, αυτές αγαπώ, μαζί τους περνώ τις ώρες μου, μαζί τους μοιράζομαι τη σιωπή μου, παρέα βγαίνουμε βόλτα στον κόσμο, κι όταν τσακωνόμαστε πρώτες αυτές «σπάνε τον πάγο» κι επισκέπτονται τα χείλη μου με κάτι φωνήεντα όλο παράκληση και με σύμφωνα που κοιτούν πιο χαμηλά κι απ’ τις τελείες μου.
Τις νύχτες που έρχεται ο πυρετός, το θερμόμετρο των λέξεων σπάει κάτω απ’ τη μασχάλη της σιωπής - που πάει να πει: παραμιλώ…
Μαζί με τις λέξεις έχω φάει ψωμί κι αλάτι. Έχουμε μοιραστεί το τίποτα, για να διπλασιάσουμε τα πάντα μέσω του γλωσσικού τους ειδώλου.Ο κόσμος μας αποφεύγει γιατί μας θεωρεί επικίνδυνους. Μα όσους δρόμους κι αν αλλάζει για να μη μας συναντήσει, πάντα θα γλιστρά στο λαρύγγι μου κι από κει θ’ ανεβαίνει στο στόμα μου για να τον ξαναφτύσω προς τα έξω, σαν άχρηστη αλφαβήτα - για έναν μαθητή που έμαθε πια να συνεννοείται και σε μια δεύτερη γλώσσα, μιλώντας άπταιστα τα...αποσιωπητικά.
Εγώ κι οι λέξεις μου γνωρίζουμε πως δε μας ακούει ο Θεός - αφού του τέλειωσαν οι μπαταρίες στ’ ακουστικά του… Αλλά δε μιλούμε για να μας ακούσει κανείς - όπως ακριβώς δεν υπάρχουμε για να μας σκοτώσει κανείς.
Άλλωστε, δεν έχω άλλον θάνατο από τις λέξεις μου. Αυτές θα με σκοτώσουν, μόλις διαπιστώσουν πως δεν θα έχω πια φωνή, να τις ξαναγεννήσει, κι ούτε μαμμή ψυχή, για να τις ξεγεννήσει.

Τετάρτη 31 Οκτωβρίου 2012

Βλαβείο ποίησης

Αφηγούμαι ιστορίες. Αλλάζω ταχύτητες στη γλώσσα αναλόγως τη μορφολογία του εδάφους της σιωπής που διασχίζω. Κάθε διαδρομή των λέξεων, μια στάση της πράξης. Διεκδικώ το λιγοστό μου οξυγόνο κάτω από έναν κατεδαφισμένο ουρανό. Ο χρόνος ξεδιπλώνεται προς τα πίσω - όλα τ’ απορροφά ένα παρατεταμένο χτες. Η αθανασία είναι η παγίδα των ποιητών κι η ζωή η πρωθύστερη απελευθέρωσή τους. Ευτυχώς που η ποίηση βρίσκεται κι εκτός ποιημάτων. Όπως κι οι αξίες μακριά από την αναγνώρισή τους.
Νόμπελ σιωπής δεν απονεμήθηκε και φέτος - δεν είναι που δεν υπάρχει, μα που έχει τόσα πολλά να πει η ματαιοδοξία.

Τρίτη 30 Οκτωβρίου 2012

Απόγευμα θολό…

ανταμωμένο σαν μέσα από το πελώριο δάκρυ ενός νάνου που έπαψε να περπατά απαρατήρητος ανάμεσά μας και ξαναγυρνά μέσα στο παραμύθι για να κοιμηθεί. Ακολουθώντας τα χνάρια του βρέθηκα μπροστά από μια θεόρατη ξύλινη πόρτα - έβαλα τ’ αφτί μου πάνω της ν’ αφουγκραστώ: γέλια παιδιών κυνηγημένων απ’ τον ενήλικο εαυτό τους, σύρσιμο αλυσίδας στα πόδια της χαράς για να μη φτάνει γρήγορα μες στις ζωές μας, ποδοβολητά ανεξημέρωτων σκέψεων που ρίχνονταν στον γκρεμό της τρέλας, ο συριστικός ήχος ενός λάσου που κατευθύνεται προς τον ευλύγιστο λαιμό μιας μνήμης, τόπι που χτύπησε μία φορά στο χώμα και δεν επέστρεψε στη γη - και δίπλα σε όλα αυτά, συνεχόμενοι χτύποι ρυθμικοί μιας καρδιάς · της καρδιάς μου.
Ζαλισμένος από τους ήχους και μεθυσμένος από τον ίλιγγο της ταχύτητας των θαυμάτων που αντελήφθησαν τ’ αφτιά μου, άρχισα να χτυπώ με δύναμη την πόρτα για να μου ανοίξουν. Όμως, κανείς δεν άκουγε. Μάτωσαν τα χέρια μου πάνω στο ξύλο, βάρεσα και με τα πόδια, φώναξα, τέλος χτύπησα και με το κεφάλι. Τίποτε. Απελπισμένος, κουλουριάστηκα κάτω, γλείφοντας τα ματωμένα μου δάχτυλα - κι ήταν εκεί, στη γαληνεμένη παραδοχή της ήττας μου, που η πόρτα άνοιξε μόνη της. Στήθηκα ξανά στα πόδια μου, ξεσκόνισα από επάνω μου ένα λεπτό στρώμα δειλίας, πέρασα το κατώφλι και ε ί δ α :
τα πρώην παιδιά, γέροντες κατάκοιτοι μ’ ένα ανήλικο βλέμμα μοναχά, στις ρυτίδες του νερού μες στο ποτήρι που κρατά το χέρι τους τρεμάμενο· τη χαρά, απαλλαγμένη απ’ την αλυσίδα της να τρέχει, χωρίς να υπάρχει όμως καμιά καρδιά να τη δεχθεί · οι ασυμβίβαστες σκέψεις, βαρυποινίτισσες, να κόβουν βόλτες στον αυλόγυρο της ανίας· αντί μια μνήμη, το λάσο έσφιξε γύρω απ’ το λαιμό του μέλλοντος και το ’πνιξε· κι εκείνο το τόπι που δεν επέστρεψε στη γη, έγινε νέος πλανήτης στο στερέωμα, να προκαλεί τα νοσταλγικά βλέμματα των μεγάλων.

Δευτέρα 29 Οκτωβρίου 2012

Δυο πανσέδες η πανσέληνος

« Αν κάποια φορά δε δεις τον εαυτό σου μεσ’ στον καθρέφτη, θα ’ναι γιατί τον θάμπωσε το χνότο της βεβαιότητάς σου πως θα τον έβλεπες», είπε μια μέρα το νερό στο βρεγμένο μου πρόσωπο.
Και από τότε, κρατώ μέχρι σκασμού την αναπνοή μου, αν τύχει και βρεθώ αντικριστά από καθρέφτες...

Δυο πανσέδες στα μάτια σου -
ήταν που διχασμένη καθρεφτιζόταν μέσα τους η πανσέληνος.

Κυριακή 28 Οκτωβρίου 2012

Ο Κολοκοτρώνης χαμογελούσε!



Κανείς δεν μπορεί να φανταστεί πόσο μεγάλη διάρκεια μπορεί να έχει το ταξίδι ενός τρένου απ’ το ένα στο άλλο μηλίγγι ενός κοιμισμένου και πόσα πολλά μπορούν να συμβούν ανάμεσα σ’ αυτές τις δύο στάσεις. Κανείς δεν ξέρει από πού ξεκίνησε, κανείς δεν ξέρει πού θα σταματήσει.
Η ορμή του υποσυνείδητου, από ένα βίτσιο, τον εκσφενδόνισε πάνω σ’ ένα τυχαίο βαγόνι μ’ ελάχιστους επιβάτες. Άνθρωποι άχρωμοι, χωρίς προηγούμενη ζωή να σκεφτούν, χωρίς επόμενο θάνατο να ξεφύγουν, ανέκφραστοι, ρομποτοειδή όντα υψηλής τεχνολογίας πλασμένα από την α-NASA του ύπνου, κρέμονταν απ’ τις χειρολαβές με ανοιχτά πόδια για καλύτερη ισορροπία ή κάθονταν στις θέσεις τους αδιάφοροι για το πώς βρέθηκαν εκεί, τις επιταγές ποιου ονείρου ξοφλούν, ποιο ρόλο θα παίξουν και σε ποιο έργο, ενώ μια σκόνη από ξεχασμένα αισθήματα, ανομολόγητες σκέψεις και απαγορευμένες επιθυμίες σηκωνόταν, πάνω στις ράγες του μυαλού που ταξίδευε.
Σαν κάτι άχρηστο, πέταξε το βλέμμα του έξω, για να δει να φεύγουν σπίτια, δρόμοι κι ουρανός, με την ανακούφιση που χαρίζει η απομάκρυνση απ’ ό,τι μπορεί να κουράσει. «Αν μένει κάτι ακίνητο, μιμείται τον εαυτό του στο φέρετρο, κι αυτό τρομάζει», πίστευε κι ο ίδιος από παλιά.
Πάνω στο τζάμι, πρόσεξε τότε για πρώτη φορά το είδωλο του κοριτσιού που είχε καθίσει ακριβώς απέναντί του. Τα μάτια της, τα μαλλιά, τα χείλη, το φόρεμά της μπερδεύονταν αξεδιάλυτα με τις εικόνες που άφηνε πίσω, έτσι που ν’ αναρωτιέται μήπως τελικά εκείνη ήταν έξω και τα σπίτια, οι δρόμοι, ο ουρανός ήταν οι συνεπιβάτες του.
Πήρε το θάρρος να κοιτάξει το πρωτότυπο, για να σιγουρευτεί. Τα μάτια, τα μαλλιά, τα χείλη, το φόρεμα ήταν πράγματι εκεί, συναρμολογώντας μια ύπαρξη προκλητικά αδιάφορη για την παρουσία του. Όχι πως είχε συνηθίσει να γίνεται αντικείμενο θαυμασμού απ’ τις γυναίκες...Στ’ όνειρο όμως, είναι κρίμα να μην επωφελείσαι απ’ την πραγμάτωση του αδύνατου, που είναι τόσο εύκολη, όσο και το ανακάτεμα μιας κουταλιάς ζάχαρης σ’ ένα φλιτζάνι καφέ.
Το βλέμμα της ήταν καρφωμένο έξω, ατάραχο, ταξίδευε θα ’λεγες ακίνητο. Η αναπνοή της, ανεπαίσθητη, δεν κινούσε ούτε για λίγο το στήθος κάτω απ’ το φόρεμα. Μόνο ο αέρας απ’ το ανοιχτό παράθυρο ανασήκωνε τις αφέλειες απ’ τα μαλλιά της για να τις ξαναφήσει να πέσουν στο μέτωπο, σε αναρίθμητες επαναλήψεις, ενώ τα δάχτυλά της έπαιζαν με το εισιτήριο που θα ’βγαλε σε σταθμό πολύ πριν τη δημιουργήσει τ’ όνειρο.
Ένας ρακένδυτος γέροντας, τυφλός, σκοντάφτοντας κάθε τόσο πάνω στους επιβάτες, στάθηκε πάνω απ’ το κεφάλι της προτείνοντας ένα κουτί που φιλοδοξούσε να γεμίσει με κέρματα.
-Μια μικρή βοήθεια, παρακαλώ! ψέλλισε ο γέρος, με φωνή τυφλή, που δεν ήξερε πού απευθυνόταν.
Το κορίτσι, χωρίς καθυστέρηση, έβγαλε το μικρό πορτοφόλι απ’ την τσάντα που είχε περασμένη στον ώμο της και πρόσφερε ένα ολόκληρο πεντοχίλιαρο στον επαίτη. Μα εκείνος δεν άκουσε μεταλλικό ήχο νομίσματος να κουδουνίζει στο κουτί κι απομακρύνθηκε αγνοώντας το πολύτιμο απόκτημα.
Ο άνδρας δεν ταράχτηκε απ’ τη συμπεριφορά της γυναίκας. Του φάνηκε σαν κάτι απολύτως φυσιολογικό, όσο φυσιολογικό θεωρεί κανένας να βλέπει στον ύπνο του τον εαυτό του να πετάει.
Με πρωτόγνωρο θάρρος που άντλησε απ’ τη δεξαμενή του ονείρου, ξαφνιάστηκε κι ο ίδιος όταν ένιωσε τα χείλη του να κινούνται για να σχηματίσουν λέξεις που απευθύνονταν σ’ εκείνη:
-Ένα χαμόγελο, παρακαλώ! εκλιπάρησε, με φωνή που ολοφάνερα μιμούνταν το ζητιάνο.
Το κορίτσι, για πρώτη φορά τον κοίταξε, μ’ ενοχλημένο ύφος κι ύστερα πάλι απέστρεψε το βλέμμα.
-Τόσο δύσκολο είναι; επέμενε εκείνος. Ένα μόνο χαμόγελο...Δε σου ζητάω κανένα πεντοχίλιαρο...μόνο και μόνο γιατί ο Κολοκοτρώνης πάνω του είναι διαρκώς βλοσυρός και δεν πρόκειται να χαμογελάσει.
Πίστευε πως μ’ αυτόν τον τρόπο θα κατάφερνε ν’ αποσπάσει έστω κι ένα μειδίαμα απ’ τα χείλη της. Όμως εκείνα ήταν πεισματικά κλειστά, λες κι αν τ’ άνοιγε θα συνέβαινε ό,τι και με το κουτί της Πανδώρας. Κι όπως στο μύθο, έτσι κι εδώ, η ελπίδα έμεινε πίσω, τελευταία.
Ελπίζοντας λοιπόν πως με την επιμονή κάτι θα πετύχαινε, συνέχισε την προσπάθεια.
-Απ’ όποιον κι αν του το ζητούσα, θα μου το πρόσφερε. Θες να δεις;...
Χωρίς δεύτερη σκέψη, αποφασισμένος για όλα, σηκώθηκε απ’ τη θέση του, άπλωσε ανοιχτή τη μια παλάμη του και απευθύνθηκε στη φιλανθρωπία των υπόλοιπων επιβατών:
-Ένα χαμόγελο! Παρακαλώ, δώστε μου ένα χαμόγελο!
Η ιδιόμορφη αυτή επαιτεία θα μπορούσε από μόνη της να προκαλέσει τα γέλια. Επιτέλους, τα λιγοστά ανθρωποειδή που βρίσκονταν στο βαγόνι, ένιωσαν αμέσως ποιο ρόλο θα διαδραμάτιζαν μέσα στο όνειρο. Πέταξαν τη μάσκα της απάθειας από επάνω τους κι ενεργοποίησαν αθέατους τροχούς και μυστικά γρανάζια του προσώπου τους, όλα σε μια καλά συντονισμένη προσπάθεια να παραχθεί το ευτελές προϊόν που τους ζητούσε.
Ακόμη κι ο τυφλός ζητιάνος το πρόσφερε γενναιόκαρδα στο «συνάδελφό του», ενώ κανείς δεν μπορεί να βεβαιώσει αν κι ο Κολοκοτρώνης του πεντοχίλιαρου που αναπαυόταν στο κουτί δε χαμογελούσε...
-Ευχαριστώ πολύ! Ευχαριστώ πολύ! ψιθύριζε εκείνος κάθε φορά που έστρεφε το βλέμμα του σ’ ένα χαμογελαστό πρόσωπο.
Εντωμεταξύ , η γυναίκα φανερά ξαφνιασμένη απ’ το γεγονός, ενώ για λίγο πρόσεξε τα διαδραματιζόμενα, έστρεψε γι’ άλλη μια φορά τη ματιά της στον κόσμο των εναλλασσόμενων εικόνων έξω απ’ το τρένο.
Ο άντρας, όρθιος, στάθηκε απέναντί της με ύφος ικετευτικό:
-Εσείς; Δεν περίσσεψε απ’ τη ζωή σας ούτε ένα;...
Εκείνη την ώρα το τρένο ανέκοψε την ταχύτητά του και το κορίτσι αμίλητο κατευθύνθηκε προς την ανοιχτή πόρτα για να κατεβεί, ενώ ξοπίσω της βγήκε κι ο γέρος κρατώντας σφιχτά το κουτί. Το ξαφνικό ρεύμα αέρα που δημιουργήθηκε από την άφιξη του απέναντι συρμού έκανε τη γενειάδα του ν’ ανεμίσει ενώ μέσα απ’ το κουτί πέταξε μακριά το τσαλακωμένο πεντοχίλιαρο, για να καταλήξει μπροστά στα πόδια της γυναίκας που το πρόσφερε. Έσκυψε, το ίσιωσε με την παλάμη της και είδε: ο Κολοκοτρώνης χαμογελούσε!
Έστριψε το κεφάλι προς το τρένο που μόλις άρχιζε ξανά το ταξίδι του, παίρνοντας μακριά το μυστηριώδη «ζητιάνο», τόσο μακριά, ως το τέρμα του ονείρου.

Κρίμα που ξύπνησε και δεν την είδε να του χαμογελά...

Παρασκευή 26 Οκτωβρίου 2012

"Ενθίμιον Ιοανηνον"

Ανοιγμένα στόματα τάφων στο κρεβάτι της,ανήμερα της εθνικής επετείου.Πάνω από τα χάρτινα μνήματα έσκυβε να βρει τον πατέρα της...
Έπεσε πάνω σε άλλα, από διαλυμένους γάμους,γερασμένα βαφτίσια,σαραβαλιασμένες εφηβείες,χρόνια εμπόλεμα,χρόνια ειρηνικά, που όλα εξίσου βομβάρδισαν το πρόσωπό της.
'Ωσπου το μάτι έκοψε,ξυράφι, ο νεκρός της πατέρας...



...να της ισιώνει τις ρυτίδες από ένα τσαλακωμένο χαρτί.

"Ενθίμιον Ιοανηνον 17/2/1941", όπως πιστοποιούσε στην καμπουριασμένη πλάτη της η φωτογραφία.


Μια ανορθογραφία τρυφερή,ένα γνέψιμο παρηγοριάς από τ' αμείλικτα γράμματα, ένας ίλιγγος γραμματικής στ' ανακατεμένα της σπλάχνα.

Την άφησα νιογέννητη στην αγκαλιά του ,να πολεμά τον εισβολέα Χρόνο.

Στο ύψωμα της μνήμης κυμάτιζε κουρελιασμένος ο θάνατος.

*Στη φωτό ο παππούς μου Δημήτρης Κοπανάς.

Σαν από αρχή διηγήματος

Ήταν την ώρα που δεν είχαν σβηστεί ακόμη οι γραμμές του μαξιλαριού απ’ τα πρόσωπα των ανθρώπων. Όλα τα σπίτια στο νησί βγαίναν σιγά - σιγά απ’ το μεσημεριανό τους ύπνο. Όπου κι αν έστρεφες το βλέμμα, θα πετύχαινες ένα γέρο με λάστιχο να καταβρέχει τα πόδια του και να πανικοβάλλει πιτσιλώντας αμέριμνα μυρμήγκια, μια μύγα να ξύνει το κεφάλι της ανάμεσα σε δυο παλάμες που σε λίγο θα κλείναν, ένα σεισμόπληκτο τζίτζικα να χτυπιέται πάνω στους χάρτινους τοίχους του σπιρτόκουτου για να ευχαριστήσει τ’ αφτιά των παιδιών, έναν καφέ παρατημένο σε πεζούλι με μια σφήκα να πνίγεται καλώντας απεγνωσμένα σε βοήθεια, άντρες ν’ ανοίγουν το τάβλι και να ψάχνουν το ζάρι - που ’χε πέσει σε μια γωνιά του Σεπτέμβρη και ήδη το σκεπάζαν τα πρώτα κίτρινα φύλλα του φθινοπώρου - ενώ από μακριά ερχόταν ιδρωμένο ένα τραγούδι ακαθόριστο, με λέξεις θολές, σαν τη θολή ατμόσφαιρα που απλωνόταν λίγο πιο πάνω απ’ την άσφαλτο που με κουβαλούσε. 

Πόσα παγάκια στο μέτωπο της μνήμης μου να βάλω... 

(Γιατί το καλοκαίρι πρώτα παίρνει φωτιά μέσα μας κι ύστερα σκάει στην καρδιά ενός καρπουζιού.)

Πέμπτη 25 Οκτωβρίου 2012

Καλημέρα

Η ησυχία της αναμονής του ξυπνητηριού
Τα θαρραλέα δάχτυλα που βγαίνουν να το ψάξουν πριν χτυπήσει
Η απότομη ορφάνια των σκεπασμάτων
Τα πόδια που θα σηκώσουν και πάλι το βάρος
Ο καθρέφτης πάντα πιο ξύπνιος από σένα
Κι ύστερα το πρόσωπο του νερού που συνθλίβεται
ανάμεσα στα δυο σου χέρια
Μα προπαντός οι καλημέρες
σ’ όσους δε θα ’θελες να ξαναδείς.
Δεν ξέρω τίποτε πιο σκληρό απ’ το πρωινό ξύπνημα.

Τετάρτη 24 Οκτωβρίου 2012

Από τις πεζές διαβάσεις της ποίησης

Τις νύχτες δύσκολα κοιμόταν...
Φανταζόταν βάρδιες εργαζομένων ακουμπισμένες σ’ ένα ραδιοφωνάκι, σκοπιές φαντάρων στα σύνορα της μέρας, ανεξήγητα φώτα πίσω από μεταμεσονύχτια παντζούρια, παράνομες αγκαλιές με μια νόμιμη θλίψη, ξαφνικά κλάματα μωρού μέσα στην αποτρόπαια σιγή, νοθευμένα ποτά σ’ ένα γνήσιο μεθύσι, ακυβέρνητο σπέρμα στη μήτρα μιας λεκάνης, όλα τα κρίματα περιδέραιο στο λαιμό του Θεού, μια κατσαρίδα που την αιφνιδιάζει ένα χέρι, ανυποψίαστο ύπνο αδιάγνωστου καρκινοπαθούς, ρολόγια που αντί για δείχτες έχουν παιδιά πάνω σ’ ένα μύλο που γυρνά και τα γερνά, σπάσιμο ρυτίδας από τη διαρρήκτρια μνήμη, φανταζόταν την αγάπη σαν μια επιστολή του Παύλου προς ηλιθίους.

(Πόσο σκοτάδι χρειάζεται για να διαλευκάνεις τα εγκλήματα μιας μέρας...) 

Τις μέρες πάλι ξιφομαχούσε... 
με τις ακτίνες του ήλιου, ασπίδωνε τα μάτια του με γυαλιά κι είχε για πανοπλία τα κόκκαλά του σε παράταξη στηθάγχης.... παραχωρούσε με αγένεια τη ζωή του στο πιο άδειο κάθισμα του λεωφορείου, αφιέρωνε όλο το χρόνο του στο πλήρες χάσιμό του, δίδασκε τον Όμηρο για ένα πουκάμισο καινούργιο, για μια που θα το πλένει... όποτε δεν μάτωνε τις λέξεις, να ξέρετε τις ματαίωνε, σπανίως συγκινούνταν με τ’ ανθρώπινα γράμματα, άνοιγε τα βιβλία σαν ν’ άνοιγε φέρετρα και κοίταζε με αποτροπιασμό τις νεκρές ζωές των άλλων, έδινε συγχαρητήρια στους συγγραφείς που ξεγεννούσαν επιτυχώς τόση ματαιότητα, γι’ αυτό και δεν τους ζήλεψε ποτέ του... και κυρίως, όποτε ψώνιζε, άφηνε τα χρήματα να πέσουν από την τσέπη του για να δωροδοκήσει τη γη... έσπρωχνε με όλο το βάρος του κορμιού του τη μέρα προς τη νύχτα της, τη Δευτέρα προς το Σαββατοκύριακο, το χειμώνα προς την άνοιξη, το σκοτάδι του προς τα μάτια της...

(Το βράδυ άσε ήσυχους τους διακόπτες - θα μου φέγγει η γάμπα σου.)

Τρίτη 23 Οκτωβρίου 2012

Όλες, με τη σειρά σας

Του επιτέθηκε αφού τον είχε ξεμοναχιάσει. Τότε που αποκόπηκε απ’ το κοπάδι των ανθρώπων κι είχε αποτραβηχτεί στη γωνιά του κουρασμένος. Τότε που έγλειφε τις μικρές πληγές του και τον νανούριζαν οι φυσαλλίδες των εγκαυμάτων του που έσπαγαν. Ήταν η τέλεια στιγμή…το τέλειο θήραμα. Δεν την άκουσε που σύρθηκε πάνω του – μόνο εκείνο το κλικ του διακόπτη τον ξάφνιασε… Τον σπλαχνίστηκε, γι’ αυτό και του έσκισε τα σπλάχνα αμέσως. Τα νύχια της τον αγκάλιασαν στοργικά, σχεδόν ερωτικά και δεν τον άφησαν να ξανανασάνει. Από το σκοτεινό της στόμα κρεμόταν ένα κομμάτι κρέας. Το υπόλοιπο σώμα έπλεε ήρεμο μέσα στο αίμα. Μόνος θόρυβος, από τα σαγόνια που δούλευαν διαρκώς. Κι ο παλμός της καρδιάς που όλο κι εξασθένιζε μέχρι να πάψει. Από μακριά, σκοτώνοντας το σκοτάδι με τη λάμψη των ματιών τους, περίμεναν τη σειρά τους υπομονετικά οι άλλες ύαινες νύχτες.

Για μιαν ωλένη...

Με το χέρι τεντωμένο για να μην πιεστεί το νεύρο, πίεζε τον εαυτό του να κοιμηθεί. Πρώτη φορά συνειδητοποίησε πόσο πρέπει να ζαρώσει ο άνθρωπος για να ονειρευτεί.